| «Οι διανοούμενοι πρέπει ν’ αναλαμβάνουν ορισμένα ρίσκα, να βγαίνουν από τις Σχολές τους και να εγκαθιδρύουν δεσμούς μεταξύ των αναλύσεων που κάνουν στ’ αμφιθέατρα και εκείνων που αναπτύσσονται στο πεζοδρόμιο», λέει η Τζούντιθ Μπάτλερ στην «Εφημερίδα των Συντακτών» και τον Τάσο Τσακίρογλου |
Δημόσια διανοούμενη που δεν διστάζει να
τα βάλει με κατεστημένα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα, η Μπάτλερ
δίνει κατά καιρούς μάχες ακόμα και με προσωπικό κόστος. Πρόσφατα, η
εβραϊκής καταγωγής καθηγήτρια βρέθηκε στη δίνη του κυκλώνα εξαιτίας της
κριτικής που άσκησε, για πολλοστή φορά, στην ισραηλινή πολιτική έναντι
των Παλαιστινίων, τονίζοντας ότι «η δικαιοσύνη είναι συνυφασμένη με τις
παραδόσεις του εβραϊσμού». Κάλεσε ταυτόχρονα το πανεπιστήμιο στο οποίο
εργάζεται να σταματήσει τη συνεργασία με δύο αμερικανικές εταιρείες, οι
οποίες «επενδύουν και κερδοσκοπούν από την ισραηλινή κατοχή της
Παλαιστίνης».
• Στις μέρες μας η ανισότητα συνεχίζει να βαθαίνει ακολουθώντας τη δική της λογική και δυναμική. Οπως το θέτει ο Ζίγκμουντ Μπάουμαν, «οι κοινωνικές ανισότητες κοντεύουν να μετατραπούν στο πρώτο αεικίνητο της ιστορίας». Σηματοδοτεί αυτό μια νέα φάση στην καπιταλιστική ανάπτυξη; Δεν ξέρω εάν πρόκειται για μια νέα φάση στην καπιταλιστική ανάπτυξη ή τη διαμόρφωση μιας νέας σύνθεσης, η οποία καθαρά προέρχεται από προγενέστερους καπιταλιστικούς τρόπους λειτουργίας του συστήματος. Οπως γνωρίζετε, οι συζητήσεις περί νεοφιλελευθερισμού επικεντρώνονται στο ερώτημα σχετικά με το εάν η παρούσα οικονομική σύνθεση αποτελεί συνέχεια της παλαιότερης ή συνιστά μια ρήξη. Δεν είμαι σίγουρη εάν πρέπει να απαντήσουμε σ’ αυτό το ερώτημα προκειμένου να κατανοήσουμε και να αντιπαρατεθούμε σ’ αυτήν την ασυνήθη εδραίωση των κοινωνικών και οικονομικών ανισοτήτων. Η παραγωγή προσωρινής και ανασφαλούς εργασίας ή ακόμα και μόνιμης ανεργίας, σημαίνει ότι δεν εργαζόμαστε πλέον μέσα σ’ ένα πλαίσιο στο οποίο οι εργοδότες εκμεταλλεύονται τους εργαζόμενους. Στοχαζόμαστε τώρα σχετικά με τις συνθήκες της ίδιας της εργασίας, για το ποιος έχει εργασία, τι μορφές παίρνει και πώς έχει μεταμορφωθεί για έναν αυξανόμενο αριθμό [ανθρώπων] σε μια συνθήκη επισφάλειας. • Βλέπουμε μια συνεχόμενη διαδικασία κοινωνικού αποκλεισμού, «εγκαταλειμμένων πληθυσμών αποκλεισμένων από το “εμείς”, το οποίο εκπροσωπείται από δημοκρατικές κυβερνήσεις και θεσμούς». Ποιες είναι οι συνέπειες για τη δημοκρατία; Οσον αφορά τις συνέπειες, πρώτα απ’ όλα, η δημοκρατία υπάρχει –όταν υπάρχει– έξω από τους υπάρχοντες αντιπροσωπευτικούς θεσμούς, έστω και εάν αυτοί οι θεσμοί αποτελούν την προϋπόθεσή της και αυτή τους προσδίδει νομιμοποίηση. Πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι ο «δήμος» εμφανίζεται με σποραδικούς και περιοδικούς τρόπους που μας θυμίζουν ότι ο «λαός» δεν εκπροσωπείται ποτέ πλήρως και επαρκώς από εκείνους που εκλέγει ή εκείνους τέλος πάντων που εκλέγει η πλειοψηφία ή εκείνους τους οποίους τα δικαστήρια φέρνουν στην εξουσία. • Οι επιθετικές νεοφιλελεύθερες οικονομικές πρακτικές οδηγούν σε αυξανόμενο κοινωνικό κατακερματισμό και ιδεολογική σύγχυση, τα οποία με τη σειρά τους ενισχύουν την κοινωνική προσαρμογή. Υπάρχει έξοδος απ’ αυτόν τον φαύλο κύκλο; Υπάρχουν λόγοι για να φοβόμαστε την κοινωνική ενσωμάτωση τόσο όσο και τον κοινωνικό κατακερματισμό. Το πρόβλημα δεν είναι ότι η κοινή βάση της κοινωνίας έχει καταστραφεί. Αυτή η βάση πάντα υπήρξε ανταγωνιστική ή, τουλάχιστον, συγκρουσιακή. Οταν αναφερόμαστε στην «προσαρμογή», πιθανότατα τώρα στοχαζόμαστε πάνω στο πώς εκείνοι που έχασαν τη δουλειά τους ή είναι σοκαρισμένοι από τα χρέη που δεν μπορούν να αποπληρώσουν, αποδέχονται την κατάστασή τους ή εσωτερικεύουν αυτή την κατάσταση ως μια μορφή προσωπικής αποτυχίας. Είναι αυτή η ιδιαίτερη μορφή πολιτικής κατάθλιψης που πρέπει να αντιμετωπιστεί μέσα από την καλλιέργεια της οργής. Με τη λέξη «καλλιέργεια» δεν εννοώ απλώς ότι πρέπει να προαγάγουμε τη βία. Αντίθετα, πρέπει να την καλλιεργήσουμε σε μορφές ανάλυσης και αντιπολιτευτικών πολιτικών δράσεων. • Πιστεύετε ότι τα νέα κοινωνικά κινήματα, όπως οι «Αγανακτισμένοι» και το «Occupy Wall Street», διαμορφώνουν νέες πολιτικές ταυτότητες και πώς μπορούν να συμβάλουν στην πάλη για μια ριζοσπαστική κοινωνική αλλαγή; Δεν είμαι σίγουρη ότι παράγουν ταυτότητες. Τα βλέπω περισσότερο να τραβούν μια κριτική προσοχή πάνω σε μια αυξανόμενη και εντεινόμενη κατάσταση επισφάλειας. Είναι ένα πράγμα για τους ανθρώπους να προσεγγίζουν ο ένας τον άλλο εξαιτίας του ότι εμπλέκονται σε μια κοινή συνθήκη την οποία θεωρούν απαράδεκτη και είναι ένα άλλο πράγμα να συσπειρώνονται όλοι μαζί πάνω σε μια βάση ταυτότητας ή πάνω σε δεσμούς που γίνονται αντιληπτοί μεταξύ [διαφόρων] ταυτοτήτων. • Εχετε πει ότι «η μεγαλύτερη αδικία είναι να παραμένεις σιωπηλός μπροστά στην εγκληματική αδικία». Αποτελεί αυτή η διαπίστωση κάλεσμα για ένα κίνημα αντίστασης; Ναι, αποτελεί. Πιστεύω ότι η αδικία πρέπει να αντιμετωπιστεί όχι μόνο με ατομικές φωνές, αλλά με φωνές και πράξεις των πολλών. • Στην Ελλάδα η ναζιστική Χρυσή Αυγή επιτίθεται σε μετανάστες και διαχέει τον ρατσισμό και το μίσος. Την ίδια ώρα οι νεοναζί αμφισβητούν τη δημοκρατική τάξη, υποστηρίζοντας (όπως και οι πολιτικοί τους πρόγονοι στη Γερμανία) ότι είναι «κατά του συστήματος». Μπορεί να υπάρξει μια αποτελεσματική αντίδραση για την αντιμετώπισή τους; Πιστεύω πως ο ισχυρισμός τους, ότι είναι «κατά του συστήματος», είναι εντελώς επιφανειακός, στον βαθμό που στην ιστορία έχουν υπάρξει ναζιστικά συστήματα καταπίεσης και φασιστικά καθεστώτα. Δεν προσπαθούν να κρατηθούν εκτός εξουσίας, αλλά να κερδίσουν την εξουσία μέσω εκλογών και να εγκαθιδρύσουν τη δική τους νομιμοποίηση. Σε κάθε περίπτωση, το πολιτικό σημείο αντίστασης δεν είναι απλώς να είσαι εναντίον του όποιου «συστήματος», αλλά να εναντιώνεσαι σε άδικα συστήματα και να διεκδικείς περισσότερο δίκαια. Η Χρυσή Αυγή δεν διεκδικεί καμία δικαιοσύνη. • Εχετε περιγράψει τον εαυτό σας ως μια «συνειδητή διανοούμενη, η οποία στέκεται στο περιθώριο». Αντιθέτως, όμως, εμείς βλέπουμε περισσότερο μια μαχητική δημόσια διανοούμενη σε μια σειρά ζητημάτων. Πώς βλέπετε εσείς τον ρόλο των διανοουμένων; Ορισμένες φορές βρίσκομαι στο περιθώριο, αλλά και από εκεί προσφέρω τη βοήθειά μου. Αλλες φορές βρίσκομαι στο κέντρο, μιλώντας γι’ αυτά που σκέφτομαι και πιστεύω, μιλώντας ανοιχτά γι’ αυτά που βλέπω. Νομίζω ότι οι διανοούμενοι πρέπει ν’ αναλαμβάνουν ορισμένα ρίσκα, να βγαίνουν από τις Σχολές τους και να εγκαθιδρύουν δεσμούς μεταξύ των αναλύσεων που κάνουν στ’ αμφιθέατρα και εκείνων που αναπτύσσονται στο πεζοδρόμιο. Νομίζω ότι εγώ και η Αθηνά Αθανασίου προσπαθήσαμε να το κάνουμε αυτό στο τελευταίο μας βιβλίο «Απαλλοτριώσεις», όπου ασχοληθήκαμε με τη νέα πολιτική αντίσταση στην Ελλάδα και σε άλλα μέρη του κόσμου. Πιστεύω ότι ο καθένας είναι ένας δημόσιος διανοούμενος, αλλά μόνο ορισμένοι από εμάς το θυμούνται, μόνο κατά περίσταση. …………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………….. Ποια είναι Η Τζούντιθ Μπάτλερ, μεταστρουκτουραλίστρια φιλόσοφος, έχει γεννηθεί το 1956 στις Ηνωμένες Πολιτείες και έχει συμβάλει στα πεδία του φεμινισμού, της πολιτικής φιλοσοφίας και της ηθικής. Είναι καθηγήτρια στο τμήμα Ρητορικής και Συγκριτικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Μπέρκλεϊ της Καλιφόρνιας. Στα ελληνικά κυκλοφορούν τα βιβλία της: «Σώματα με σημασία – Οριοθετήσεις του “φύλου” στο λόγο» (Εκκρεμές 2008), «Ευάλωτη ζωή – Οι δυνάμεις του πένθους και της βίας» (Νήσος 2008), «Λογοδοτώντας για τον εαυτό» (Εκκρεμές 2009), «Η ψυχική ζωή της εξουσίας» (Πλέθρον 2009), «Αναταραχή φύλου – Ο φεμινισμός και η ανατροπή της ταυτότητας» (Αλεξάνδρεια 2009). |
Κυριακή 3 Νοεμβρίου 2013
Τζούντιθ Μπάτλερ: «Η οργή να μη γίνει βία, αλλά πολιτική δράση»
Παρασκευή 20 Σεπτεμβρίου 2013
αδελφοί Μουσουλμάνοι και Χρυσή Αυγή: Συγκριτικά σχόλια για την τρομοκρατία των άκρων και τον αμοραλισμό της οικογενειοκρατίας του μεσαίου χώρου
Ως ανθρωπολόγος θα προσπαθήσω να κατανοήσω κριτικά την ελληνική κοινωνία και το φαινόμενο Χρυσή Αυγή κατά την εποχή της κρίσης αντλώντας παραδείγματα από άλλες κοινωνίες και όχι μόνο από άλλες εποχές (βλ. τη χρήση των ιστορικών παραδειγμάτων για την άνοδο του φασισμού στον Μεσοπόλεμο, μετά την κρίση του 1929). Η εξοικείωσή μου με παραδείγματα μουσουλμανικών κοινωνιών με φέρνουν στην Αίγυπτο και στο παράδειγμα των Αδελφών Μουσουλμάνων, έτσι όπως ξεκίνησαν τη δράση τους την εποχή της ύφεσης, μετά το κραχ του 1929.
Το επιχείρημα από παρατηρήσεις επί του πεδίου
1. Η τρομοκρατία των άκρων στην Ελλάδα της κρίσης είναι μια προπαγανδιστική ρητορική που στηρίζεται είτε στην κινητοποίηση του φόβου μέσω του εθνικισμού είτε στην υποκριτική βεβαιότητα της παραδοχής ότι ώς χώρα «ανήκουμε στη Δύση» ή και στα δύο. Κάνει χρήση γενικεύσεων και παράγει στερεότυπα μετά την εσωτερίκευση της οριενταλιστικής ματιάς των Ευρωπαίων. Η τελευταία μάς καθηλώνει στη στάση ενός απολογητικού εθνικισμού και μιας ιδιαιτερότητας προκειμένου να αποδείξουμε ότι αξίζουμε να είμαστε Ευρωπαίοι και όχι βάρβαροι. Αυτή η διαδικασία υποκριτικής απόκρυψης οδηγεί σε τεχνολογίες ρευστής και ευάλωτης διαχείρισης των δύο εικόνων του «Έλληνα και του Ρωμιού» ανάλογα με την περίσταση, ενώ το ανομολόγητο του εγκλωβισμού στην ετεροκαθορισμένη προσδοκία των Ευρωπαίων προάγει τον ιδιότυπο διπλό δεσμό της κρυπτοαποικιοκρατίας,1 να αυτοθεωρούμαστε δηλαδή ως «εκλεκτοί και συνάμα απόκληροι της Ευρώπης».
2. Η διάχυση της παραπάνω θέσης στη διαπιστωμένα διευρυμένη μεσαία τάξη των Ελλήνων μεταπολεμικά και κυρίως μεταπολιτευτικά δυναμώνει και συσπειρώνει τον ελληνικό εθνικισμό οδηγώντας συστηματικά σε ιδεολογήματα και αδιέξοδα, σε επιθυμίες και ματαιωμένες προσδοκίες. Ο τρόπος ζωής, οι συνήθειες και οι προσδοκίες της μεγάλης μάζας του λεγόμενου μεσαίου χώρου, αυτής της αλά παλαιομαρξιστικά «μεσαίας τάξης», γέννησαν τον τύπο του «νεοέλληνα» («ελληνάρα» στην εκλαϊκευμένη εκδοχή) που μετά το 1990 και την έξαρση του εθνικισμού λόγω Μακεδονικού δεν προσπαθεί μόνο να ξεφύγει από τη φτώχεια, τη στέρηση και τα φαντάσματα της ανταγωνιστικής επιβίωσης στην ύπαιθρο (που σημειωτέον δεν λύθηκαν με τον Εμφύλιο έκτοτε) αλλά και με τη βοήθεια της Ευρώπης οδηγείται στον νεοπλουτισμό, την αστυφιλία και το νέο λάιφ στάιλ του υπερκαταναλωτισμού. Όλα αυτά σε συνδυασμό με την καλλιέργεια της εικόνας της μοναδικότητας του ελληνικού πολιτισμού ως του μόνου υπεράνω όλων όχι μόνο δεν επιτρέπουν τη ριζοσπαστικοποίηση της κοινωνίας στη συγκυρία της τελευταίας κρίσης που προκαλεί ο νεοφιλελευθερισμός, ενώ επιταχύνεται ο ευρωσκεπτικισμός, αλλά οδηγούν στην τυραννία της επιβολής των υποπροϊόντων της μαζικής κουλτούρας (βλ. αισθητική του χώρου, της διασκέδασης, της παιδείας, της κοινωνικότητας) με ρητορικές, συνήθειες και πρακτικές αρχαιολατρίας, επαναπροσδιορισμού της ορθοδοξίας και εθνοκεντρισμού. Ο εγκλωβισμός της μάζας στην ανεκπλήρωτη επιθυμία αφενός να μοιάσουμε στους αρχαίους και αφετέρου στην ανώτερη τάξη οδηγεί στην ανατροφοδότηση μιας τεχνολογίας διαχείρισης που διέπεται από τον «αμοραλισμό της οικογενειοκρατίας» (amoral familism).2 Η τελευταία ωστόσο κάθε άλλο παρά άμοιρη είναι της εργαλειακής χρήσης που έκαναν οι πολιτικοί που προέρχονταν από τα αστικά τζάκια προκειμένου να κεφαλαιοποιήσουν το πολιτικό τους όφελος (βλ. πατρονία και πελατειακές σχέσεις). Ο αμοραλισμός της οικογενειοκρατίας αποτέλεσε την αρχή της κυβερνητικότητας σε επίπεδο νεοελληνικού κράτους, αφού ανατροφοδοτήθηκε και μεταλλάχθηκε όταν χρησιμοποιήθηκε εργαλειακά από τις ελίτ στις σχέσεις κυβερνώντων και κυβερνωμένων.
Η διαχείριση και ο ωφελιμισμός της εθνικοφροσύνης
Η σύγκριση με την Αίγυπτο μπορεί να μας κάνει να καταλάβουμε ότι δεν είμαστε μοναδικό παράδειγμα και ότι κινούμαστε στην ίδια γραμμή της ιστορίας της εξάπλωσης του καπιταλισμού είτε με αποικιοκρατικούς όρους (βλ. Αίγυπτος) είτε με κρυπτοαποικιακούς (βλ. Ελλάδα), αλλά σίγουρα νεοαποικιοκρατικούς, λόγω νεοφιλελεύθερης κυβερνητικότητας και για τις δύο περιπτώσεις, όρους. Για τους Έλληνες, αυτό μπορεί να σημάνει την αποδέσμευση από το ιδεολόγημα του «ανήκουμε στη Δύση» και την αποδοχή του αντιθέτου, όχι γιατί ακολουθούμε τις παλαιομαρξιστικές θεωρίες εξάρτησης, αλλά γιατί σε αυτό μας οδηγεί η συστηματική παρατήρηση των πρακτικών κυβερνητικότητας. Οι τελευταίες όχι μόνο δεν ευνόησαν την ανάπτυξη ενός τοπικού παραγωγικού μοντέλου τόσο στην οικονομία όσο και στην πολιτική ζωή που να σχεδίαζε και να οραματιζόταν την ευημερία των πολιτών της χώρας, αλλά επένδυσαν στον αμοραλισμό της οικογενειοκρατίας, μέρος της οποίας και η ρητορική της εθνικοφροσύνης ή της προδοσίας όσων δεν την υπηρετούν.
Η ιδιοτυπία του ελληνικού εθνικισμού που τον θέλει λόγω αρχαιοελληνικού πνεύματος να φαντασιώνεται τις απαρχές του ευρωπαϊκού πολιτισμού, τοποθετεί τους χρήστες του καμιά φορά είτε απέναντι από το κατεστημένο της εκκλησίας είτε απέναντι στον ορθό λόγο. Αυτό όμως δεν αποτελεί απόκλιση από το γενικό εθνικό φαντασιακό. Αριστεροί και ακροδεξιοί μοιάζει να μοιράζονται το ίδιο εθνικό φαντασιακό που διαποτίζει τη ζωή των Ελλήνων μέσω της εθνοκεντρικής εκπαίδευσης (βλ. ταμπού στη διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών3), το οποίο σε περιόδους καπιταλιστικών κρίσεων χρησιμοποιείται εργαλειακά από θιασώτες του μεσαίου χώρου που παρουσιάζονται συγχρόνως εκδικητές και συνεργάτες του κυβερνητικού κατεστημένου προκειμένου να αποτρέψουν τη ριζοσπαστικοποίηση της κοινωνίας.
Ο φασισμός της Χρυσής Αυγής πατάει σε αυτά τα γρανάζια του διάχυτου ελληνικού εθνικισμού που δεν επιτρέπει την απόκλιση από την υποκριτική στάση, την αποδέσμευση από οικογενειοκρατία-κομματοκρατία και τον αμοραλισμό των κοινωνικών σχέσεων που κινούνται μεταξύ «συμφέροντος και συναισθήματος». Ο βαθμός εθνικοφροσύνης και ο εθνικισμός χρησιμοποιούνται εργαλειακά από τους εθνοπατέρες και αυτό φαίνεται σε περιοχές με μειονοτικούς πληθυσμούς όπου αυτοί λειτουργούν ως μεσάζοντες (βλ. κοτζαμπάσηδες στη Μακεδονία, Τουρκοδίαιτοι στη Θράκη), ενώ στην παλιά Ελλάδα (βλ. Πελοπόννησος) το πολιτικό ανήκειν σε δεξιούς και αριστερούς, προδότες και δωσίλογους ακόμα καλά κρατεί.4
Δεν ισχυρίζομαι βεβαίως ότι υπάρχει απόλυτη αναλογία και ταύτιση των δύο φαινομένων, Χρυσή Αυγή και Αδελφοί Μουσουλμάνοι. Κάθε άλλο. Αυτό που λέω απεναντίας είναι ότι κατά περίπτωση οι μάζες που βρίσκονται εγκλωβισμένες στον μεσαίο χώρο της εθνοκαπιταλιστικής ανάπτυξης βαδίζουν στο νήμα της ίδιας ιστορίας, αναπτύσσουν και επενδύουν λόγω φόβου στα έσχατα καταφύγιά τους, δηλαδή στα ιδεολογήματα που θεωρούν, υποκριτικά, ότι συγκροτούν και ανασυντάσσουν τις ρευστές και επαπειλούμενες ταυτότητές τους. Αν στην Ελλάδα είναι ο ελληνικός εθνικισμός έτσι όπως καθιερώθηκε από τη συνθήκη της κρυπτοαποικιοκρατίας, στην Αίγυπτο λόγω αποικιοκρατίας και μετααποικιακών καταστάσεων η θωράκιση έγινε γύρω από μια απλούστευση και συμμόρφωση προς τη δυτική νεωτερικότητα και ουσιοκρατία την οποία με όρους εσωτερίκευσης του οριενταλισμού πρεσβεύει το Ισλάμ. Ένα Ισλάμ στα μέτρα και τα σταθμά του μοραλισμού της αστικής οικογένειας και της προτεσταντικής ηθικής που εξελίχτηκε με τη βία και την κατήχηση στην εκδοχή των ισλαμιστών τρομοκρατών (βλ. Αλ Κάιντα και εξτρεμιστές σαλαφιστές). Η χρήση βίας και ο κανονιστικός λόγος κατήχησης των τελευταίων τούς φέρνει πιο κοντά στο σημερινό μόρφωμα υποκρισίας και αμοραλισμού της Χρυσής Αυγής.
Το παράδειγμα των Αδελφών Μουσουλμάνων και η αντιπαραβολή με τη Χρυσή Αυγή
Το φετινό καλοκαίρι (2013) ταξίδεψα μέσα από μια διατριβή5 η οποία πιάνοντας τον αναγνώστη από το χέρι τον ξεναγούσε στα άγνωστα μονοπάτια της γέννησης και της εξέλιξης φονταμενταλιστικών κινημάτων, με αίτημα τον επαναπροσδιορισμό του Ισλάμ και την εργαλειοποίηση της θρησκείας σε περιοχές της Μέσης Ανατολής. Μια τέτοια περίπτωση ήταν οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι στον 20ό αιώνα. Η περίπτωση των τελευταίων με είχε στο παρελθόν απασχολήσει για τις ανάγκες της έρευνας και της διδασκαλίας στο Τμήμα Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών του ΠΑ.ΜΑΚ., αλλά επανήλθα στο ζήτημα εντατικά όταν μετά από σκέψεις άρχισα να συσχετίζω το ζήτημά τους με την άνοδο της Χρυσή Αυγής στην Ελλάδα. Η διατριβή αυτή επέτρεψε την τεκμηρίωση μιας υπόθεσης εργασίας την οποία δειλά είχα αρχίσει να διατυπώνω στο πλαίσιο των συζητήσεων που είχαμε ξεκινήσει στην ακτιβιστική συλλογικότητα του Κοινωνικού Εργαστηρίου Θεσσαλονίκης, ένα χρόνο πριν.
Διαβάζοντας τη διατριβή διαπιστώνει κανείς τα εξής: Πρώτα απ’ όλα ότι οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι που προέκυψαν ως αντίδραση στην αποικιοκρατία, γεννήθηκαν και αναπτύχθηκαν σε νέες πόλεις που είχαν οικοδομηθεί κοντά στο Σουέζ για την εξυπηρέτηση των εταιρειών ξένων συμφερόντων στην Αίγυπτο. Μια δεύτερη διαπίστωση, για την οποία ήξερα αποσπασματικά πράγματα, ήταν ότι οι ιδρυτές της και όσοι συμμετείχαν ενεργά προέρχονταν από τη δυναμική ανάπτυξη του χώρου των μεσαίων στρωμάτων που προσδοκούσαν την άνοδο και καθιέρωσή τους στην τάξη της Effendiya, δηλαδή των νέων μορφωμένων και των εμπόρων. Οι τελευταίοι μιμούνταν με αυτόν τον τρόπο τόσο το καθεστώς των πλούσιων γαιοκτημόνων πασάδων, ενώ εκπλήρωναν την προσδοκία εκδυτικισμού κατά τα πρότυπα της αγγλοκρατίας των sir. Μια τρίτη διαπίστωση, για την οποία δεν είχα ιδέα, ήταν ότι οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι ουδέποτε θέλησαν να κυβερνήσουν παρά μόνο να παρουσιάζονται τιμητές των κυβερνώντων και να αποσπούν από αυτούς την προνομιακή συμμετοχή στη διαχείριση της διακυβέρνησης. Τέλος, μια διαπίστωση με την αποδεδειγμένη τεκμηρίωση ότι για όλα αυτά χρησιμοποιήθηκαν τεχνολογίες κατά τα πρότυπα της δυτικής νεωτερικότητας, από το είδος και τον σκοπό της οργάνωσης κατά τα πρότυπα των ιεραποστολικών αποστολών, τις τελετουργίες ή τις πρακτικές φασιστικής έμπνευσης που γέννησε ο Μεσοπόλεμος και ο δυτικός μοντερνισμός που προωθούσε την ομαδική πειθαρχία, ως τεχνολογία εαυτού.
Η διάχυση των ιδεών και των πρακτικών των Αδελφών Μουσουλμάνων που δεν επιθυμούσαν ποτέ την επανίδρυση της κοινωνίας με όρους ισότητας αλλά την αυστηρότερη φορολόγηση των πλουσίων προς ανακούφιση των φτωχών, ήταν συνεπής και με τους όρους αγαστής συνεργασίας με την εξουσία στην επιβολή μοντέλων κυβερνητικότητας (βλ. συνεργασία στον τομέα του υπουργείου περίθαλψης) και τον μετασχηματισμό εντέλει της κοινωνίας υπό την ιδεοληψία της θρησκευτικότητας στη ζωή των Αιγυπτίων. Μια θρησκευτικότητα έτσι όπως την αντιλαμβανόταν αποσπασματικά και όχι σε βάθος ο ιδρυτής της Αλ Μπάανα που δεν ήταν θεολόγος αλλά δάσκαλος. Μια θρησκευτικότητα η οποία, ενώ εξόρκιζε τη σούφικη σχέση δασκάλου-μαθητή που επικρατούσε στην αιγυπτιακή ύπαιθρο, συγχρόνως τη μονοπωλούσε ως την κατεξοχήν συνθήκη της αδελφότητας για τη μοντέρνα διαχείριση της συλλογικότητας σε μια ανταγωνιστική σχέση με τους καθεστωτικούς ουλεμάδες-θεολόγους του Αλ Άζχαρ.
Με τούτα και μ’ εκείνα, οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι κεφαλαιοποίησαν την οριενταλιστική φαντασίωση της Δύσης περί Ισλάμ, συμμορφώνοντάς το στα μέτρα και τα σταθμά της δυτικής μεταφυσικής την οποία επισήμως, και άρα υποκριτικά, κατήγγελλαν, αλλά το κυριότερο προώθησαν τη λογική της «οικογένειας» στην οργάνωση της αδελφότητας. Με άλλα λόγια, οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι μετουσίωσαν το σύμπλεγμα της αποικιακής συνθήκης και μετααποικιακής κατάστασης υιοθετώντας διαχωριστική ρητορική μεταξύ του αιγυπτιακού λαού και των ξένων συμφερόντων, αρνούμενοι να καταγγείλουν την τοπική μεγαλοαστική τάξη και διατηρώντας δυσδιάκριτα και ελαστικά τα όρια συνεργασίας και σύγκρουσης με την τοπική εξουσία, τόσο στην προεπαναστατική περίοδο όσο και στη μετά Νάσερ εποχή. Το σημαντικότερο όμως όλων είναι το γεγονός ότι αυτή η οργάνωση ξεπήδησε και εξέφρασε τα μεσαία στρώματα που με μεγάλη ταχύτητα συνέρρεαν στις πόλεις μετά την εντατική φτωχοποίηση της υπαίθρου.
Η οργάνωση αυτή, η οποία κατηγορήθηκε στη συνέχεια από Δυτικούς ως η ιδρυτική βάση των ισλαμιστικών τρομοκρατικών οργανώσεων, στην ουσία καλλιεργούσε συστηματικά τη συμμόρφωση του μεσαίου χώρου στα νέα καπιταλιστικά δεδομένα, υπό το πνεύμα της αυστηρής υπαγωγής του σε μια νεωτερικότητα. Μια νεωτερικότητα αλά Ισλάμ που έκανε συστηματική χρήση της προτεσταντικής ηθικής και του μοραλισμού της αστικής οικογένειας απαξιώνοντας οποιαδήποτε μορφή αντίστασης ή σούφικου αναχωρητισμού απέναντι στην αυταρχική διακυβέρνηση.
Οι πρακτικές και δραστικές επεμβάσεις τους στον χώρο της υγείας και της εκπαίδευσης δεν μπορεί παρά να μας θυμίζουν τη σημερινή ρητορική και επέμβαση της Χρυσής Αυγής σε αντίστοιχους χώρους, η οποία ζητά κατ’ αναλογία με εκείνους όχι την αλλαγή του κοινωνικού συμβολαίου αλλά την εκ νέου συμμόρφωση της ελληνικής κοινωνίας στο σύγχρονο πολιτικοοικονομικό κατεστημένο μέσα από την επανίδρυση του ελληνικού εθνικισμού.
Η αίσθησή μου είναι ότι δεν μπορούμε πια να αρνούμαστε την οριενταλιστική και παραπλανητική ρητορική σύμφωνα με την οποία οι οργανώσεις αυτές κατηγορήθηκαν από τους αναλυτές της Δύσης κυρίως ως φονταμενταλιστικές και τρομοκρατικές προκειμένου να αποσιωπηθεί συστηματικά η άλλη πλευρά του έργου τους, δηλαδή η συμμόρφωση των μαζών στη δυτική φιλελεύθερη αντίληψη. Η αντίληψη αυτή που θέλει τα υποκείμενα υποταγμένα στην υπηρεσία της μεγιστοποίησης της παραγωγής και της κατανάλωσης, σήμερα μετασχηματίζει τη ρητορική περί τρομοκρατίας προωθώντας τη θεωρία των δύο άκρων, προκειμένου να εξισωθούν προπαγανδιστικά δύο αφορισμοί: να φύγει ο μπαμπούλας του φασισμού και να ματαιωθεί η προσδοκία για μια διακυβέρνηση αριστερής έμπνευσης.
Σε αντίθεση με την παραπάνω προκλητική προπαγάνδα και μέσα στη συνθήκη του νεοφιλελευθερισμού σήμερα που ανασύρει μνήμες αποικιοκρατικής διακυβέρνησης, ο εφιάλτης της τρομοκρατίας γεννιέται και προκύπτει μέσα από τον φόβο, τις προσδοκίες και τις ματαιώσεις των μεσαίων στρωμάτων τα οποία επιθυμούν να διατηρήσουν ή να ανακτήσουν τα προνόμια που τους στερούνται. Είναι ακριβώς η υπέρβαση αυτού του φόβου που μπορεί να μετατρέψει τη στάση υπαγωγής σε αίτημα ελευθερίας, ισότητας και αξιοπρέπειας,6 μακριά από κάθε υποκριτική και εργαλειακή χρήση της θρησκείας, του εθνικισμού ή όποιου άλλου καταφυγίου.
Ο αμοραλισμός της οικογενειοκρατίας στους κόλπους του «μεσαίου χώρου»
Θα κάνω χρήση αναστοχασμού και αυτοναναφορικότητας προκειμένου να ζωντανέψω το επιχείρημά μου: Όταν η Ελλάδα ζούσε με τους ρυθμούς του χρηματιστηρίου στην «εποχή του πλανήτη happy», κατά το χιούμορ του Ν. Μουτσινά, παρουσιαστή τηλεοπτικής λάιφ στάιλ εκπομπής, η δική μου ζωή ένιωθα ότι βιάζεται από την αισθητική, τον θόρυβο και την υποκρισία των πολλών του λεγόμενου μεσαίου χώρου. Αυτών που είχαν την προσδοκία να ανέλθουν οικονομικά και όσο αυξάνονταν τα οικονομικά κέρδη τους από το χρηματιστήριο και τη φοροδιαφυγή τόσο μεγεθύνονταν ο θόρυβος και η επιδειξιμανία τους. Η τρομοκρατία της επιβολής ενός νεοπλουτίστικου λάιφ στάιλ που συνοδευόταν από τις ελληνοκεντρικές παραδοχές του «ελληνάρα» –τις οποίες δεν τολμούσες να αμφισβητήσεις χωρίς να υποστείς πογκρόμ– ξεπερνούσε και το πιο ευφάνταστο σενάριο, και περιόριζε την ελευθερία κάθε κριτικά σκεπτόμενου υποκειμένου που θεωρούσε ότι η διαφύλαξη των κοινών και των δημόσιων αγαθών μας αφορά όλους, οπότε η διαχείρισή τους θα πρέπει να διέπεται από τις αρχές της διαφάνειας και της αξιοκρατίας και όχι από τη διαπλοκή, τις πελατειακές σχέσεις και τη διαφθορά προς όφελος ατομικών και κλαδικών συμφερόντων.
Αν εκείνη την εποχή που ζούσαμε στον πλανήτη happy ο θόρυβος, η επιδεικτική κατανάλωση και ο εθνικισμός των νεόπλουτων μεσαίων στρωμάτων δεν άφηνε πολλά περιθώρια για την ανάπτυξη μιας άλλης αισθητικής ζωής, σήμερα ο διάχυτος φόβος όλων αυτών που παρακολουθούν παθητικά από τους δέκτες τους την επισφαλοποίηση της ζωής τους (επισφάλεια στην εργασία, την περίθαλψη, την εκπαίδευση και τη ζωή), επιτρέπει τον εκφασισμό της κοινωνίας στο σχήμα της βίας και τρομοκρατίας της Χρυσής Αυγής. Οι χρυσαυγίτες, οι οποίοι παρουσιάζονται τιμητές της προηγούμενης κατάστασης, στην ουσία δεν επιθυμούν με τίποτα την ανατροπή του κοινωνικού συμβολαίου κυβερνώντων-κυβερνωμένων, αλλά προβάλλονται ως ρυθμιστές μιας κοινωνικής επανίδρυσης καταγγέλλοντας τα ξένα συμφέροντα και κάνοντας πογκρόμ στους μετανάστες και σε όποιον αποκλίνει από το φαντασιακό της ελληνικότητας και της οικογενειακής κανονικότητας. Η επανίδρυση που φαντασιώνονται φιλοδοξεί να επανεγγράψει με ακραίους εθνικιστικούς όρους –έτσι όπως καρναβαλιστικά τον αντιλαμβάνεται ο αρχηγός τους– το συμβόλαιο των κυβερνώντων με την κοινωνία και όχι βέβαια να αναδιανείμει οικονομικούς πόρους και κοινωνική δικαιοσύνη.
Όλα αυτά οδηγούν στην άνοδο και καθιέρωση της Χρυσής Αυγής ως τρίτης πολιτικής δύναμης στο ελληνικό πολιτικό σκηνικό. Η Χ.Α. φαίνεται να μεταφράζει και να μετουσιώνει το σύμπλεγμα φόβου και προσδοκίας του μεσαίου χώρου, ο οποίος προκειμένου να μη χάσει τα προνόμιά του εγκλωβίζεται σε μια παρόμοια ρητορική. Τα χαμένα προνόμια που μετουσιώνονται στο ιδεολόγημα του ελληνικού εθνικισμού, πατούν σε τεχνολογίες διαχείρισης εαυτού και ταυτοτήτων που διέπονταν από τις αρχές του αμοραλισμού της οικογενειοκρατίας και όχι από την αλληλεγγύη του κοινοτισμού.
Αυτός ο αμοραλισμός της οικογενειοκρατίας, ως επικρατούσα μορφή επιβίωσης και αρχή πολιτειότητας που κινητοποιεί τις μάζες από τα μεσαία στρώματα στην κατεύθυνση της περιχαράκωσης των κεκτημένων και της ελάχιστης δυνατής απώλειας των ιδιωτικώς ή κλαδικώς, κομματικώς ή γενικώς οικογενειακά κατεχομένων προνομίων και αγαθών, καθιστά δύσκολο το να αναπτυχθούν ή να χάνονται διαπαντός οι μορφές αλληλεγγύης και μοιράσματος στη διαχείριση των κοινών αγαθών, ως προτεραιότητα κοινωνικοποίησης και τεχνολογία εαυτού.
Το βλέπουμε πεντακάθαρα τα τελευταία τρία χρόνια: η όποια εξέγερση ή διαμαρτυρία για τα δυσβάσταχτα μέτρα λιτότητας, περικοπών και χαρατσιών που φέρει την επισφαλοποίηση της ζωής μας παραμένει χωρίς αντίκρισμα εφόσον δεν κεφαλαιοποιείται κομματικά, ενώ η προσδοκία ριζοσπαστικοποίησης της κοινωνίας έχει κολλήσει στο μέγιστο του 33% με τις διάφορες τάσεις της Αριστεράς να μη συμφωνούν για το είδος της διακυβέρνησης που θα μπορούσε να ακολουθήσει αν αυτές οι δυνάμεις κέρδιζαν τις εκλογές κάποια στιγμή.
Η τρομοκρατία της Χ.Α. μετουσιώνει στον δημόσιο χώρο την κρυφή επιθυμία του μεσαίου χώρου να συνεχίσει τις παλιές συνήθειές του. Με άκρατο κυνισμό και χωρίς την παραμικρή αίσθηση αυτοκριτικής και άρα χιούμορ, αυτοί οι άνθρωποι του μεσαίου χώρου επιθυμούν να χρησιμοποιούν τον αμοραλισμό της οικογενειοκρατίας όπως πριν έτσι και κατά την κρίση (το βλέπουμε συνεχώς γύρω μας από τον τρόπο που κερδοσκοπούν οι επιχειρηματίες μη ρίχνοντας τις τιμές, οι φοροφυγάδες και όσοι περιμένουν να εκμεταλλευτούν την κατάσταση προς όφελός τους, αλλά και τη σύγκρουση μεταξύ εργαζομένων στον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα, την υπεράσπιση των κλαδικών συμφερόντων κ.ά.). Υπ’ αυτούς τους όρους, η όποια συζήτηση για αλλαγή πολιτικού σκηνικού και οραματισμό παραγωγικού μοντέλου θα πρέπει να λαμβάνει συστηματικά υπόψη αυτή την τεχνολογία διαχείρισης, η οποία στην έξαρση της ελληνικής κρίσης γεννά και τροφοδοτεί συνολικά την εθνικοφασιστική εκφορά της Χρυσής Αυγής.
Αυτή η συνθήκη προφανώς παράγει στερεότυπα που γίνονται εύκολα διαχειρίσιμα στη δημιουργία εντυπώσεων του προπαγανδιστικού καθεστωτικού λόγου με στόχο να δημιουργηθεί αφενός συνενοχή (βλ. «Μαζί τα φάγαμε») και αφετέρου διχαστικό και εμφυλιοπολεμικό κλίμα στη λογική του φόβου των δύο άκρων.
Μια αφοπλιστική απάντηση που αποδομεί την παραπάνω φενάκη έρχεται από την Αίγυπτο, την πλατεία Ταχρίρ, την άνοδο και τη γρήγορη πτώση των Αδελφών Μουσουλμάνων: Όσο εύκολα η μεγάλη μάζα των Αιγυπτίων πίστεψε σε αυτούς για ανατροπή του καθεστώτος Μουμπάρακ, το ίδιο υπομονετικά δοκιμάζει σήμερα τους στρατηγούς μια και οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι, όπως φάνηκε, δεν μπορούσαν να κυβερνήσουν αλλά μόνο να παρουσιάζονται ως τιμητές και ρυθμιστές της εξουσίας.
Όμως στην Αίγυπτο το τέλος της μετααποικιακής συνθήκης7 έχει ήδη σημάνει με τη δεδηλωμένη παραδοχή και τη συνεχή έξοδο και επάνοδο του πλήθους στην πλατεία Ταχρίρ. Μια και το μοντέλο φιλανθρωπίας των Αδελφών Μουσουλμάνων δεν έχει να δώσει διέξοδο, αν και οι στρατηγοί δεν πετύχουν, όπως μου μεταφέρει φίλος Αιγύπτιος που ζει στην Ελλάδα τις απόψεις φίλων και συγγενών του, «υπάρχει πάντα η πλατεία!». Και εκεί πραγματικά γίνεται μάχη να διατηρηθεί ανοιχτή η προσδοκία μιας κοινωνίας αλληλεγγύης παρ’ όλες τις χυδαίες επιθέσεις και επιστροφές των συντηρητικών και εξτρεμιστικών θέσεων που ξεκινούν από τις ιδεοληψίες της θρησκευτικότητας (βλ. βιασμούς των γυναικών που βγαίνουν στην πλατεία από ακραίους σαλαφιστές και την απάντηση των διαδηλωτών με ανάπτυξη ομάδων και μηχανισμών υποστήριξης και προστασίας των θυμάτων).
| ΧΡΟΝΟΣ 05 (09.2013) | http://www.chronosmag.eu/index.php/fspe.html |
Παρασκευή 26 Νοεμβρίου 2010
Φύλο και κοινωνικές επιστήμες στη σύγχρονη Ελλάδα
Του Φώτη Τερζάκη
Αναδημοσίευση από την εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
Υπογραμμίζουμε ιδιαίτερα την τελευταία παράγραφo η οποία είναι εξαιρετική και εξαιρετικά επίκαιρη...!
Βενετία Καντσά - Βασιλική Μουτάφη - Ευθύμιος Παπαταξιάρχης (επιμ.),
Φύλο και κοινωνικές επιστήμες στη σύγχρονη Ελλάδα
εκδόσεις Αλεξάνδρεια, σ. 273, ευρώ 26,38
Η προβληματική του κοινωνικού φύλου (gender) είναι ένα έμμονο ερευνητικό μέλημα του Τμήματος Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου του Αιγαίου. Στα σχεδόν τριάντα χρόνια λειτουργίας του έχει εκδώσει αρκετούς συλλογικούς τόμους γύρω από την προβληματική του φύλου, και κάποιου είδους επιστέγασμα μπορεί να θεωρηθεί τούτος ο πρόσφατος. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για ένα έργο απολογισμού: απηχώντας ένα συνέδριο που οργανώθηκε στο Μυτιλήνη τον Οκτώβριο του 2003 από το νεοσύστατο τότε Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών «Γυναίκες και Φύλα: Ανθρωπολογικές και ιστορικές προσεγγίσεις», διευρύνει ακόμη περισσότερο τη σκοπιά του για ν' απογράψει και να εκτιμήσει την επίδραση της φεμινιστικής σκέψης και των λεγόμενων γυναικείων σπουδών στις ελληνικές κοινωνικές επιστήμες τη μεταπολιτευτική περίοδο. Αναπόφευκτα, όλα τα κείμενα εξετάζουν τις ελληνικές εξελίξεις συγκριτικά προς τις διεθνείς σχετικές συζητήσεις υπονοώντας -ή κι επισημαίνοντας ρητά- μια χαρακτηριστική ελληνική «καθυστέρηση», η οποία όμως εκδηλώνεται σε άνισο βαθμό και με διαφορετικούς ρυθμούς σε ξεχωριστούς κλάδους.
Στο προγραμματικό τους κείμενο που έχει θέση εισαγωγής, οι Βενετία Καντσά και Ευθύμιος Παπαταξιάρχης ξεκινούν με την αναγνώριση ότι το ενδιαφέρον για το κοινωνικό φύλο βρίσκεται μάλλον σε υποχώρηση διεθνώς, τίμημα, κατά την εκτίμησή τους, της εξαιρετικής θεωρητικής του γονιμότητας: έχοντας συμβάλει αποφασιστικά στο θεωρητικό πρόγραμμα του κονστρουκτιβισμού (θεωρία της κοινωνικής κατασκευής - εν προκειμένω των ταυτοτήτων), έχασε την αρχική του μοναδικότητα και πρωτοκαθεδρία και σταδιακά μετατράπηκε σ' έναν ανάμεσα σε πολλούς τόπους εφαρμογής του νέου παραδείγματος. Προσπαθώντας να ξαναπιάσουν τα νήματα που οδήγησαν ως εδώ, επισημαίνουν δύο γραμμές αποφασιστικών εξελίξεων - τη μία θα τη λέγαμε ιστορική και την άλλη επιστημολογική. Σε ιστορικό επίπεδο, οι σχετικοί προβληματισμοί συγκροτήθηκαν -ή τουλάχιστον πύκνωσαν με κρίσιμο τρόπο- στη δεκαετία του 1960 στο εσωτερικό και μέσα από τη δράση ενός κοινωνικού-χειραφετησιακού κινήματος, που ήταν το γυναικείο ή φεμινιστικό κίνημα· από τη δεκαετία του 1970 αρχίζει η ακαδημαϊκή πολιτογράφηση των προβληματικών του, πράγμα που συνέπεσε με την εκπνοή των αντίστοιχων κοινωνικών κινημάτων. Ηταν μια ιστορική σύμπτωση ή μήπως -όπως ορισμένες θεωρητικοί του κινήματος υποστήριξαν και οι συγγραφείς αναφέρουν στη σελ. 14 και σημ. 30-31- η ίδια η θεσμική επιτυχία των γυναικείων σπουδών είχε κάποιον αιτιακό δεσμό με την άμβλυνση της ριζοσπαστικότητας και, σε τελευταία ανάλυση, την πολιτική αποτυχία του φεμινισμού; Επιστημολογικά μιλώντας, τώρα, καταγράφεται μια αλλαγή παραδείγματος όπου, από τις (ουσιολογικές, υποτίθεται) «γυναικείες σπουδές» περνάμε στην (κονστρουκτιβιστική) οπτική του «κοινωνικού φύλου», αφού αμφισβητήθηκε πλέον η οικουμενικότητα της κατηγορίας «γυναίκες» και η έμφαση μετατοπίστηκε στους τρόπους κοινωνικής κατασκευής των έμφυλων ταυτοτήτων (περιλαμβανομένης βεβαίως και της ανδρικής). Η εξέλιξη αυτή συντελέστηκε κυρίως σε ακαδημαϊκά περιβάλλοντα, και δεν χρειάζεται να πούμε ότι πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτό έπαιξε η πολιτισμική ανθρωπολογία. Η Κοινωνική Ανθρωπολογία, εν πάση περιπτώσει, κρίνεται και ως η επιστήμη που δεξιώθηκε πρώτη την προβληματική του φύλου στην Ελλάδα, από τη δεκαετία του 1980 και ύστερα, με την ιστορία ν' ακολουθεί δεύτερη και με οφθαλμοφανή ατροφία των σχετικών προβληματισμών στους υπόλοιπους κλάδους (γλωσσολογία, αρχιτεκτονική, ψυχολογία, κοινωνιολογία, οικονομικά, πολιτική επιστήμη κι εκπαίδευση).
Τις επιμέρους εξελίξεις σε όλες αυτές τις επιστήμες αναπλάθουν τα κείμενα που ακολουθούν, αποτίοντας παράλληλα τον οφειλόμενο φόρο τιμής στα λίγα έργα, ομάδες και έντυπα ριζοσπαστικού φεμινισμού που εμφανίστηκαν τα χρόνια αυτά στην Ελλάδα. Η Αλεξάνδρα Μπακαλάκη γράφει για την κοινωνική ανθρωπολογία και την ελληνική εθνογραφία, η Εφη Αβδελά για την ιστορία, η Μαριάνθη Μακρή-Τσιλιπάκου για τη γλωσσολογία και τη γλώσσα, η Αναστασία-Σάσα Λαδά για τη σχέση φύλου και χώρου, η Χρυσή Ιγγλέση για την ψυχολογία και την ψυχανάλυση, η Εύη Κλαδούχου για την κοινωνιολογία της εκπαίδευσης, η Ξανθή Πετρινιώτη για τα οικονομικά της γυναικείας εργασίας και η Μάρω Παντελίδου-Μαλούτα για την ανισότητα των φύλων ως πρόβλημα πολιτικής. Ολα ανταποκρίνονται ευσυνείδητα στο καθήκον τους -να εκτιμήσουν τους λόγους της καθυστέρησης ή της ατροφίας των προβληματικών του φύλου στον ελληνικό ακαδημαϊκό χώρο- και υπηρετούν, ταυτόχρονα, ως ευσύνοπτες επισκοπήσεις των ίδιων των κλάδων τους. Σε ό,τι αφορά ειδικότερα τις ιστορικές και κοινωνικές επιστήμες, αξιοσημείωτη είναι η παρατήρηση ότι, στην Ελλάδα, η επικράτηση ενός ορισμένου -μηχανιστικού, όπως θα λέγαμε- «μαρξισμού» εγκλώβισε τα ερευνητικά ενδιαφέροντα σε μακροκοινωνιολογικές οπτικές βασισμένες στο «έθνος» και την «τάξη», περιθωριοποιώντας μικροκοινωνιολογικές θεωρήσεις και αφήνοντας ελάχιστα περιθώρια συνομιλίας με τον φεμινισμό· σε αυτό πρέπει να συνυπολογιστούν, βέβαια, οι παραδοσιακές πατριαρχικές δομές της ελληνικής κοινωνίας -υπεύθυνες επίσης για την αντίστοιχη καχεξία της ψυχανάλυσης, όπως παρατηρείται- και η, σχετιζόμενη με αυτές κατά τρόπους που από μόνοι τους αξίζουν να γίνουν αντικείμενο περαιτέρω ανθρωπολογικής έρευνας, ασφυκτική εξάρτηση των θεματικών του φύλου και των «επίσημων» φεμινιστικών διεκδικήσεων από το κράτος και τις κρατικές πολιτικές.
Δεν έχω τον χώρο βέβαια να επεκταθώ ειδικότερα στις αναλύσεις και στα σχόλια των επιμέρους κειμένων. Κατ' εξαίρεσιν θ' ασχοληθώ λίγο περισσότερο με το κείμενο της Α. Μπακαλάκη, διότι, όπως μου φαίνεται, θίγει κάποια πολύ κρίσιμα ζητήματα που αφορούν το θεωρητικό μέρος της συζήτησης, πέρα από τις λίγο πολύ αναμενόμενες απογραφές. Επεκτείνοντας κάποιες παρατηρήσεις της, μάλιστα, θα μπορούσε κάποιος έως και να συστήσει ένα είδος εσωτερικού αντιλόγου στην οπτική που εκτίθεται από τους επιμελητές του τόμου στην Εισαγωγή. Το ζήτημα είναι οι περιορισμοί και τα προβλήματα της κονστρουκτιβιστικής οπτικής, που με τόσο ενθουσιασμό μοιάζει να υιοθετείται από το Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Αιγαίου. Αντιγράφω: «Η κατάδειξη της αυτονομίας του κοινωνικού φύλου από το βιολογικό, όπως παλαιότερα της αυτονομίας της κοινωνικής συγγένειας από τη βιολογική και του ρατσισμού από τα υποτιθέμενα βιολογικά γνωρίσματα των φυλών, αναδείχτηκε σε κύριο μέλημα. [...] Στο πλαίσιο αυτό, η αναζήτηση των παραγόντων που συμβάλλουν σε κατά φύλα ανισότητες σε διαπολιτισμικό επίπεδο, αλλά και η προσπάθεια να προσδιοριστεί η "θέση της γυναίκας" σε συγκεκριμένες κοινωνίες εγκαταλείφθηκαν. Ο λόγος ήταν ότι η εκτίμηση, σύμφωνα με την οποία τα γνωρίσματα της κατά φύλα ανισότητας είναι όμοια παντού και ανάγονται στους ίδιους παράγοντες, δεν μπορεί παρά να ανάγεται, τελικά, στην παραδοχή ότι οι άνδρες και οι γυναίκες συνιστούν οικουμενικές κατηγορίες - παραδοχή που, έμμεσα τουλάχιστον, παραπέμπει στη βιολογική διαφορά μεταξύ αρσενικού και θηλυκού. [...] Ωστόσο, η παραδοχή ότι το βιολογικό φύλο συνιστά κοινωνική κατασκευή αναφέρεται στις ερμηνείες και τις πρακτικές στις οποίες υπόκειται το έμφυλο σώμα, όχι όμως απαραίτητα και στην οργανική του υπόσταση αυτή καθεαυτήν» (σελ. 58-60 passim). Ακριβώς! Η πρόταση της Butler, ας πούμε, ότι το βιολογικό φύλο είναι το κοινωνικό φύλο, έχει νόημα μόνον εάν διαχωρίσουμε προηγουμένως προσεκτικά τη φυσική επιστήμη (κοινωνική κατασκευή ή, σωστότερα, ιδεολογία) από την ίδια τη φύση (ενύπαρκτο υλικό φορέα, μη αναγώγιμο στις ερμηνείες και τις ανακατασκευές του). Αν εξαφανίσουμε ταχυδακτυλουργικά το πραγματικό υποκείμενο μιας χειραφετησιακής διεκδίκησης -που σημαίνει, εν προκειμένω, κάποιου είδους οικουμενικότητα της κατηγορίας «γυναίκα»- κανενός είδους απελευθερωσιακή δράση δεν μπορεί να υπάρξει· αν εκχωρήσουμε γενικώς τα «υποκείμενα» στην απόλυτη δικαιοδοσία των κοινωνικών χειρισμών εν είδει κατασκευών, χάνοντας από τα μάτια μας την ιδέα μιας πάσχουσας και ανθιστάμενης φύσης, κανενός είδους αντίσταση δεν μπορεί να θεμελιωθεί απέναντι σε κανένα είδος κοινωνίας! Η απεριόριστη κατασκευασιμότητα του ανθρώπινου είναι όνειρο μάλλον της ευγονικής και των στρατοπέδων «αναμόρφωσης». Και, παρεμπιπτόντως, η επώαση του κονστρουκτιβιστικού παραδείγματος μέσα στα κοινωνικώς αποκομμένα ακαδημαϊκά περιβάλλοντα εξηγεί ακόμη καλύτερα τη σύμπτωση της ακαδημαϊκής ενσωμάτωσης των σπουδών του φύλου με την κάμψη των μαχητικών γυναικείων (και ομοφυλόφιλων) κινημάτων παντού στον κόσμο.
Τετάρτη 15 Ιουλίου 2009
Η ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑΣ ΩΣ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ.
Ένα ενδιαφέρον άρθρο του Μανόλη Δαφερμάκη. Από το
http://www.elemedu.upatras.gr/eriande/synedria/synedrio3/praltika%2011/dafermakis.htm
Η ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑΣ ΩΣ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ
ΜΙΑ ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΩΝ Λ. ΒΥΓΚΟΤΣΚΙ ΚΑΙ Α. ΜΑΚΑΡΕΝΚΟ
Μανόλης ΔΑΦΕΡΜΑΚΗΣ (ΔΑΦΕΡΜΟΣ)
Διδάσκων στο Παν/μιο Κρήτης
Περικλής ΠΑΥΛΙΔΗΣ
Λέκτορας Π.Τ.Δ.Ε. ΑΠΘ
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Οι μεγάλες κοινωνικές αλλαγές που δρομολόγησε στην ΕΣΣΔ η Οκτωβριανή Επανάσταση δεν μπορούσαν να μην αγγίξουν και το κεφαλαιώδες ζήτημα της Παιδείας, των στόχων, του περιεχομένου και των θεσμών της. Εμφανίστηκαν νέες παιδαγωγικές προσεγγίσεις σε μια προσπάθεια επαναθεμελίωσης των θεωρητικών αντιλήψεων για την ανθρώπινη προσωπικότητα, για τις παιδαγωγικές διαδικασίες που συντελούν στη διαμόρφωση-αναμόρφωσή της. Στην εισήγηση επιχειρείται η παρουσίαση των απόψεων δύο εκ των θεμελιωτών των νέων θεωρητικών αντιλήψεων για την προσωπικότητα και την Παιδεία στην ΕΣΣΔ, των Λ.Βυγκότσκι και Α.Μακάρενκο. Ο Λ.Βυγκότσκι, εισηγητής της πολιτισμικής - ιστορικής θεωρίας της προσωπικότητας και του ψυχισμού της και ο Α.Μακάρενκο εισηγητής της αντίληψης περί συλλογικής-εργασιακής διαπαιδαγώγησης των νέων ανέδειξαν νέες πτυχές του ρόλου της παιδαγωγίας στη διαμόρφωση της προσωπικότητας. Κοινό στοιχείο στο έργο και των δύο είναι η έμφαση στον ιστορικά και κοινωνικά συγκεκριμένο χαρακτήρα της παιδαγωγικής δραστηριότητας και των στόχων της, καθώς και στη μεγάλη παιδαγωγική σημασία της εργασίας (με ιδιαίτερη έμφαση στην εργασία που εντάσσεται σε σχέσεις αλληλεγγύης) σε ό,τι αφορά το γίγνεσθαι της συνείδησης και της προσωπικότητας. Στην εισήγηση επιχειρείται η αποτίμηση της συμβολής των Λ.Βυγκότσκι και Α.Μακάρενκο στην ανάπτυξη των θεωρητικών αρχών της παιδαγωγικής.
ABSTRACT
The significant social changes, which took place in the
1.ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΩΝ ΙΔΕΩΝ
Η Ιστορία των παιδαγωγικών ιδεών δεν ανάγεται σε μια εξωτερική, φωτογραφικού τύπου περιγραφή και μηχανιστική μεταφορά των αντιλήψεων του ενός ή του άλλου παιδαγωγού. Η υπέρβαση του εμπειρικού, περιγραφικού χαρακτήρα της Ιστορίας των παιδαγωγικών ιδεών μπορεί, κατά την άποψή μας, να πραγματοποιηθεί, εφόσον υπολογιστεί ότι για την κατανόηση της συμβολής ενός ερευνητή στην ανάπτυξη της επιστήμης (στη συγκεκριμένη περίπτωση της Παιδαγωγικής) είναι απαραίτητη η διερεύνηση: α) της τρέχουσας κοινωνικο-ιστορικής συγκυρίας, των συσχετισμών δυνάμεων, των συγκρούσεων συμφερόντων, β) του επιπέδου ανάπτυξης της επιστημονικής γνώσης περί του αντικειμένου, των κεκτημένων της συγκεκριμένης επιστήμης και των τρόπων διερεύνησής τους, γ)του επιπέδου ανάπτυξης και του είδους του υποκειμένου της έρευνας, τη σχέση του προς την επιστημονική δραστηριότητα, προς τα άλλα μέλη της επιστημονικής κοινότητας και προς την κοινωνία συνολικά (Πατέλης, 2003).
Η Ιστορία των παιδαγωγικών ιδεών δεν μπορεί να αναπτυχθεί ως μια απλή ταξιδιωτική περιπλάνηση σε κάποιες μακρινές ιδέες του παρελθόντος που παρουσιάζονται σε «ατόφια», «καθαρή» μορφή. Ακόμα και η επιλογή θεματικού πεδίου δεν αποτελεί κάποια «ουδέτερη» διαδικασία, αλλά άμεσα ή έμμεσα εμπεριέχει συγκεκριμένες κοινωνικές νοηματοδοτήσεις. Η πιο γόνιμη προσέγγιση της Ιστορίας των Παιδαγωγικών ιδεών, κατά την άποψή μας, συνίσταται στην εξέταση των υπό πραγμάτευση θεωριών και αντιλήψεων ως επιμέρους στιγμών μιας ευρύτερης ιστορικής διαδικασίας ανάπτυξης της Παιδαγωγικής. Η ανίχνευση της Ιστορία των παιδαγωγικών ιδεών αποκτά νέες διαστάσεις, όταν δεν ανάγεται σε κάποιο εξωτικό ταξίδι στο παρελθόν ή σε κάποια απόδραση από την πεζή παιδαγωγική καθημερινότητα, αλλά εξετάζεται ως μια μορφή επανατροφοδότησης και ανάπτυξης της έρευνας των ανοικτών θεωρητικών και πρακτικών ζητημάτων της Παιδαγωγικής επιστήμης.
Στην παρούσα εργασία θα επιχειρήσουμε να παρουσιάσουμε τις αντιλήψεις δυο μεγάλων σοβιετικών παιδαγωγών, των Λ.Βυγκότσκι και Α.Μακάρενκο σχετικά με τη διαμόρφωση της προσωπικότητας και να εκτιμήσουμε την συμβολή τους στην ανάπτυξη της Παιδαγωγικής επιστήμης. Κατ' αρχήν, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι στην Ελλάδα η έρευνα της Παιδαγωγικής στην Ρωσία και στην ΕΣΣΔ παραμένει ακόμα σε εμβρυακό επίπεδο. Από αυτή την άποψη οι πρώτες εργασίες που εμφανίστηκαν έχουν μεγάλη σημασία και συνιστούν το σημείο εκκίνησης νέων ερευνητικών αναζητήσεων (Μπουζάκη, 1988). (Φράγκος, 1993), (Παυλίδης, 1998), (Παυλίδης, 1999), (Δαφέρμος, 2002).
2.ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ, ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ «ΝΕΑ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ»
Η περίοδος της ζωής και ενεργού δραστηριότητας των Λ.Βυγκότσκι και Α.Μακάρενκο σημαδεύτηκε από τους ριζικούς κοινωνικούς μετασχηματισμούς, που επέφερε η Οκτωβριανή επανάσταση. Από αυτή την άποψη είναι χαρακτηριστικές οι εντυπώσεις του αμερικάνου παιδαγωγού και ψυχολόγου J.Dewey, που επισκέφτηκε το 1928 την ΕΣΣΔ και διαπίστωσε την αισιοδοξία και τον ενθουσιασμό των ανθρώπων, οι οποίοι επιθυμούσαν να οικοδομήσουν νέες μορφές κοινωνικής ζωής στη βάση της συλλογικότητας και αλληλεγγύης. «Μου φαίνεται ότι είναι απλούστερο και χρησιμότερο να εκτιμήσει κανείς αυτό που συμβαίνει τώρα στην Ρωσία ως ένα γιγαντιαίο ψυχολογικό πείραμα για τον μετασχηματισμό των κινήτρων, που διαμορφώνουν την συμπεριφορά» (Dewey, 2000, 271).
Στην Ρωσία πριν από την επανάσταση του 1917 οι αναλφάβητοι αποτελούσαν το 80% του πληθυσμού (σε ορισμένες περιοχές έφταναν το 97%). Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του περιοδικού του τσαρικού υπουργείου Παιδείας, Αγγελιοφόρος του παιδαγωγού, το 1906 για την υπέρβαση του αναλφαβητισμού θα χρειάζονταν 120 χρόνια στην Ευρωπαϊκή Ρωσία, 460 στη Σιβηρία και στον Καύκασο (Ρόζενταλ, 1990, 115). Σ' αυτή την χώρα με ιδιαίτερα οξυμένο τρόπο τέθηκε το ζήτημα της ριζικής αντιμετώπισης της υποεκπαίδευσης, της μαζικής «διαρροής» από το σχολείο, του εκπαιδευτικού και κοινωνικού αποκλεισμού των παιδιών από τα φτωχά κοινωνικά στρώματα στη Ρωσία και του καθολικού σχεδόν αναλφαβητισμού στις εθνικές Δημοκρατίες της ΕΣΣΔ.
Όμως, η υπέρβαση του αναλφαβητισμού ήταν αδύνατον να πραγματοποιηθεί από το εκπαιδευτικό σύστημα της τσαρικής Ρωσίας, που χαρακτηρίζονταν από την κυριαρχία του βερμπαλισμού, του σχολαστικισμού, του οπισθοδρομικού κλασικισμού. Έτσι, κατά την δεκαετία του 1920 στην ΕΣΣΔ επιχειρήθηκε η κατάργηση του παραδοσιακού σχολείου των πολλαπλών ταχυτήτων και η δημιουργία ενός ενιαίου, καθολικού για όλους, λαϊκού σχολείου. Μέσω της εισαγωγής της δωρεάν, υποχρεωτικής εκπαίδευσης για όλα τα παιδιά και των δυο φύλων επιχειρήθηκε η υπέρβαση των εκπαιδευτικών και κοινωνικών ανισοτήτων. Στο πεδίο της εκπαιδευτικής πολιτικής επιχειρήθηκε, επίσης, η προώθηση των παρακάτω μέτρων:
- κατάργηση των φεουδαρχικών καταλοίπων στη σφαίρα της εκπαίδευσης και, πρώτα απ' όλα, διαχωρισμός της εκπαίδευσης από την εκκλησία ως εφαρμογή της γενικότερης πολιτικής διαχωρισμού του κράτους από την εκκλησία και της εκκλησίας από το κράτος.
- δημιουργία ενιαίου εκπαιδευτικού συστήματος: το σύστημα της εκπαίδευσης από τον παιδικό σταθμό μέχρι το πανεπιστήμιο θα πρέπει να αποτελεί μια ενιαία, συνεχή κλίμακα. Όλα τα παιδιά θα πρέπει να εντάσσονται στον ίδιο τύπο σχολείου και να έχουν το δικαίωμα να φτάνουν μέχρι τις ανώτερες βαθμίδες του.
- δημιουργία σχολών προετοιμασίας των εργατών για να φοιτήσουν στην Ανώτατη Εκπαίδευση (pabfak). Αλλαγή της κοινωνικής σύνθεσης των πανεπιστημίων και δημιουργία νέας διανόησης με νέους, που προέρχονταν από οικογένειες εργατών και αγροτών.
- εξασφάλιση της γρήγορης επαγγελματικής και τεχνικής εκπαίδευσης των εργατών, προετοιμασία εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού για το χειρισμό των νέων τεχνικών μέσων και μορφωμένων στελεχών για την κάλυψη των αυξανόμενων αναγκών στη σφαίρα της διοίκησης του κρατικού μηχανισμού.
- διεύρυνση του σχολικού δικτύου, προετοιμασία του κατάλληλου εκπαιδευτικού προσωπικού, εφοδιασμός του σχολείου με όλο τον απαραίτητο εξοπλισμό, παραγωγή των απαραίτητων σχολικών εγχειριδίων, βιβλίων, κλπ. Κρατικές παροχές σε μαθητές και εκπαιδευτικούς για διατροφή, ένδυση και υπόδηση.
- ανάπτυξη των εξωσχολικών μορφών επιμόρφωσης (βιβλιοθήκες, κινηματογράφος, πολιτιστικά κέντρα, κλπ.).
Αυτή την περίοδο παρατηρείται έκρηξη της δημιουργικότητας στη σφαίρα της εκπαίδευσης. Εμφανίστηκαν νέες παιδαγωγικές προσεγγίσεις οι εκπρόσωποι των οποίων επιχειρούσαν να δώσουν απαντήσεις στα παιδαγωγικά προβλήματα, που εμφανίστηκαν στο προσκήνιο κατά τη συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία. Ριζικές αλλαγές την εν λόγω περίοδο πραγματοποιήθηκαν όχι μόνο στην κοινωνία, αλλά και στις επιστήμες που διερευνούν τον άνθρωπο και την κοινωνία. Ιδιαίτερη μνεία θα πρέπει να γίνει στην ανάπτυξη της Παιδαγωγικής.
Σε αντιδιαστολή με την παραδοσιακή ιδεαλιστική Παιδαγωγική που κυριαρχούσε στη Ρωσία πριν την Οκτωβριανή επανάσταση (οι εκπρόσωποί της έθεταν σε πρώτο πλάνο τα εθνικά και ηθικοθρησκευτικά ιδεώδη) ιδιαίτερη ανάπτυξη απέκτησε η νατουραλιστική, παιδοκεντρική Παιδαγωγική. Οι υποστηρικτές αυτής της προσέγγισης ασκούσαν δριμύτατη κριτική στο αυταρχικό σχολείο και θεωρούσαν ότι βασικός σκοπός της εκπαίδευσης θα πρέπει να είναι η ελεύθερη, ανεμπόδιστη ανάπτυξη της προσωπικότητας του παιδιού. Σημαντική επίδραση στην ανάπτυξη της νατουραλιστικής Παιδαγωγικής άσκησαν οι ιδέες του μεγάλου ρώσου συγγραφέα και παιδαγωγού Λέον Τολστόι και η παιδαγωγική εμπειρία του σχολείου της Γιάσναγια Πολιάνα.
Στην ανάπτυξη της αντιαυταρχικής παιδοκεντρικής Παιδαγωγικής στη Ρωσία συνέβαλαν, επίσης, οι ιδέες του J.Dewey. Υπό την επίδρασή τους ο Σ.Σάτσκι διακήρυξε ότι βασική αποστολή του σχολείου είναι η οργάνωση της ζωής των παιδιών. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο παιδαγωγός θα πρέπει να «επιστρέψει στα παιδιά την παιδική ηλικία», «να διατηρήσει αυτό που υπάρχει στα παιδιά» (Σάτσκι, 1980, τ.2, 10, 13). Σε αντιστοιχία με την εν λόγω ρουσωική αντίληψη τα παιδιά είναι «καλά» από την ίδια τους τη «φύση» και η κοινωνία οφείλει να αναπτύξει τις έμφυτες ικανότητές τους.
Αυτή την περίοδο επιχειρήθηκε η λήψη μέτρων για την αποδόμηση του «παλιού σχολείου»: κατάργηση των βαθμών στο σχολείο, κατάργηση της διδασκαλίας στη βάση ξεχωριστών γνωστικών αντικειμένων και της ανάθεσης σχολικών ασκήσεων στο σπίτι. Το Dalton Plan, η μέθοδος project, η μέθοδος των «πλεγμάτων» (αντικατάσταση της κατά αντικείμενο διδασκαλίας στο σχολείο με την ανάθεση θεμάτων εμπνευσμένων από τη ζωή πχ. ο κήπος, το χωράφι, το ποτάμι, κλπ. κατά τη διάρκεια των εκδρομών ή της εργασίας) θεωρήθηκαν ως η οδός που οδηγεί στην ανάπτυξη του «νέου σχολείου». Η ανάπτυξη της εμπειρικής, πειραματικής Παιδαγωγικής και οι ιδέες της αντιαυταρχικής, παιδοκεντρικής Παιδαγωγικής είχαν μεγάλη εξάπλωση στη δεκαετία του 1920 και θεωρήθηκαν από πολλούς ως το μοναδικό θεωρητικό θεμέλιο για την οικοδόμηση του νέου σχολείου. Στην ηγεσία του Επιτροπάτου της Λαϊκής Παιδείας (ΝΑΡΚΟΜΠΡΟΣ) επικρατούσε η άποψη ότι η υιοθέτηση των δυτικών παιδαγωγικών τεχνολογιών της «προοδευτικής εκπαίδευσης» μπορεί να συμβάλλει στην δημιουργία του «νέου σχολείου» (Boguslavsky, 2002, 73). Αυτή την περίοδο δημιουργήθηκαν πολλά πειραματικά σχολεία για την εισαγωγή εκπαιδευτικών καινοτομιών και την γνωριμία των εκπαιδευτικών και των λαϊκών μαζών με την συσσωρευμένη εκπαιδευτική εμπειρία. Το «σχολείο της ζωής» της Ν.Ποπόβα, η οργάνωση του πρώτου πειραματικού σταθμού από τον Σ.Σάτσκι, το πειραματικό σχολείο ονόματι Φ.Μ.Ντοστογιέφσκι του Β.Ν.Σορόκα-Ροσίνσκι, το πειραματικό σχολείο Π.Λεπισίνσκι με επικεφαλής τον Μ.Πιστράκ είναι μερικές μόνο από τις περιπτώσεις εκπαιδευτικού πειραματισμού με στόχο τη ριζική αναμόρφωση της παιδαγωγίας.
Ο ίδιος ο J.Dewey επισκέφτηκε την Σοβιετική Ρωσία και εκτιμούσε ότι «η οργάνωση των παιδιών στα ρώσικα σχολεία έχει πιο δημοκρατικό χαρακτήρα παρά στα δικά μας και αυτά λειτουργώντας στο σύστημα σχολικής διοίκησης αποκτούν πολύ καλύτερη προετοιμασία για την μετέπειτα ενεργή συμμετοχή στην τοπική και παραγωγική αυτοδιοίκηση παρά στα σχολεία της δικής μας αναμφίβολα δημοκρατικής χώρας» (Dewey, 2000).
Κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1920, αρχές της δεκαετίας του 1930 στην ΕΣΣΔ ενισχύθηκε η αίσθηση της ανεπάρκειας των διαθέσιμων παιδαγωγικών και ψυχολογικών θεωριών (πρώτα απ' όλα, των ιδεών της «προοδευτικής εκπαίδευσης») και ωρίμαζε η ανάγκη ανάπτυξης νέων προσεγγίσεων της ανάπτυξης της προσωπικότητας, που θα αναδεικνύουν τα υποκείμενα - δημιουργούς της «νέας κοινωνίας». Η πολιτισμική - ιστορική ψυχοπαιδαγωγική θεώρηση του Λ.Βυγκότσκι και η Παιδαγωγική της αισιόδοξης προοπτικής του Α.Μακάρενκο απετέλεσαν απόπειρες δημιουργίας μιας τρίτης προσέγγισης, που θα υπερβαίνει το δίπολο παραδοσιακής -προοδευτικής εκπαίδευσης, ιδεαλιστικής - νατουραλιστικής Παιδαγωγικής και θα αναδεικνύει τον ενεργό-μετασχηματιστικό ρόλο των κοινωνικών υποκειμένων.
3. Η ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ - ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ ΤΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΤΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑΣ
Η επεξεργασία μιας νέας ψυχοπαιδαγωγικής θεώρησης της ανάπτυξης της προσωπικότητας δεν ήταν αποτέλεσμα μιας καθαρά θεωρησιακής, ακαδημαϊκής διαδικασίας, αλλά έκφραση των ζητημάτων, που τέθηκαν σε πρώτο πλάνο στο επίπεδο της κοινωνικής πρακτικής. Στο έργο του Λ.Βυγκότσκι υπάρχει η αναζήτηση της θεμελίωσης μιας συγκεκριμένης Κοινωνικής Παιδαγωγικής, που αναπτύσσεται σε συνάρτηση με τα εκπαιδευτικά προβλήματα, τα οποία τίθενται στο συγκεκριμένο κοινωνικό-ιστορικό πλαίσιο. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι μαθητές και συνεργάτες του Λ.Βυγκότσκι πραγματοποίησαν σημαντικές έρευνες για την γνωστική ανάπτυξη του πληθυσμού σε Δημοκρατίες της Κεντρικής Ασίας, στις οποίες ο αναλφαβητισμός ήταν σχεδόν ολοκληρωτικός (Λούρια, 1995).
Όμως, το ζήτημα το οποίο τέθηκε στο επίπεδο της κοινωνικής πρακτικής δεν ήταν μόνο η προσέλκυση στο σχολείο αυτών των πληθυσμών που ήταν αναλφάβητοι, αλλά και ο ριζικός μετασχηματισμός του σχολείου, η δημιουργία ενός «νέου σχολείου». Ο Λ.Βυγκότσκι γνώριζε από «πρώτο χέρι» τα προβλήματα της εκπαίδευσης, διότι ο ίδιος είχε ξεκινήσει την επαγγελματική του δραστηριότητα ως εκπαιδευτικός, καθηγητής της ρωσικής γλώσσας και λογοτεχνίας στο σχολείο, όπου και πραγματοποίησε τα πρώτα του ψυχολογικά πειράματα (Βυγκότσκαγια & Λιφάνοφα, 1996).
Άλλο σημαντικό πρακτικό πεδίο, στο οποίο κλήθηκαν οι σοβιετικοί ψυχολόγοι και παιδαγωγοί να αναπτύξουν νέες εναλλακτικές προσεγγίσεις ήταν το ζήτημα της ψυχοκοινωνικής υποστήριξης των αναπήρων. Ελάχιστα γνωστό είναι το γεγονός ότι η πρακτική δραστηριότητα του Λ.Βυγκότσκι στη σφαίρα της κοινωνικής και εκπαιδευτικής επανένταξης των αναπήρων διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην επεξεργασία κομβικών εννοιών της πολιτισμικής - ιστορικής θεωρίας του (πχ. της έννοιας της σημειακής διαμεσολάβησης). Ο Λ.Βυγκότσκι υιοθετούσε την αντίληψη ότι από τη μελέτη της «απόκλισης» η έρευνα μετατοπίζεται στην διερεύνηση της «κανονικότητας».
Μέσα στο κλίμα της καθολικής αναζήτησης, η Πολιτισμική-ιστορική θεωρία του Λ.Βυγκότσκι απετέλεσε απόπειρα υπέρβασης ορισμένων ακραίων, αλλά διαδεδομένων αντιλήψεων σχετικά με την ανάπτυξη της προσωπικότητας: α)της νατουραλιστικής εξέτασης της προσωπικότητας υπό το πρίσμα κάποιων έμφυτων προδιαθέσεων του παιδιού, της κληρονομικότητας, των έμφυτων ικανοτήτων, κλπ. β)της ιδεαλιστικής θεώρησης της προσωπικότητας ως απλής εσωτερίκευσης αξιών, ιδεών, κοινωνικών αναπαραστάσεων, κλπ. γ)της εκλεκτικιστικής θεωρίας των παραγόντων.
Όπως ήδη αναφέραμε, οι νατουραλιστικές αντιλήψεις για την διαμόρφωση της προσωπικότητας είχαν μεγάλη διάδοση κατά τη δεκαετία του 1920. Ο Λ.Βυγκότσκι άσκησε κριτική στην αντίληψη του Λ.Τολστόι ότι η διαπαιδαγώγηση διαφθείρει τους ανθρώπους και στην χαρακτηριστική γι' αυτόν εξιδανίκευση της καλλιτεχνικής δημιουργίας των παιδιών, που παρουσιάζεται ως πρότυπο προς μίμηση για τους ενηλίκους (Vygotsky, 1991, 290). Η εξιδανίκευση της «φύσης» των παιδιών, θεωρείται εξίσου μονοδιάστατη με τη χαρακτηριστική για τη θεωρία του J.Piaget παρουσίαση των ανεπαρκειών της νόησης των παιδιών (εγωκεντρισμός, αυτισμός, υποκειμενικότητα, κλπ) σε διαρκή αντιδιαστολή με την νόηση των ενηλίκων. Παρά τον ριζικά διαφορετικό προσανατολισμό των εν λόγω προσεγγίσεων τις χαρακτηρίζει μια ενδότερη μεθοδολογική ομοιότητα: το παιδί παρουσιάζεται ως εξολοκλήρου φυσικό ον η συμπεριφορά του οποίου προκαθορίζεται από εσωτερικούς παράγοντες. Η όλη διαδικασία της κοινωνικοποίησης παρουσιάζεται ως μια διαδικασία εξωκαθορισμού, επιβολής εξωτερικών προτύπων σκέψης και συμπεριφοράς. «Το κοινωνικό ενεργεί με τον εξαναγκασμό ως εξωτερική, ξένη για το παιδί δύναμη, η οποία απωθεί τους αντίστοιχους προς την εξωτερική του φύση τρόπους σκέψης και τους υποκαθιστά με ξένα προς την φύση του νοητικά σχήματα…Ο εξαναγκασμός είναι ο μηχανισμός, με την βοήθεια του οποίου ο κοινωνικός περίγυρος κατευθύνει την εξέλιξη της παιδικής σκέψης» (Vygotsky, 1993, 71).
Η αντιπαράθεση της βιολογικής υπόστασης της προσωπικότητας που θεωρείται έκφραση των ενδότερων, εσωτερικών αναγκών του ατόμου και της κοινωνικής υπόστασής της, η οποία παρουσιάζεται ως μια ξένη, εχθρική προς το παιδί, επιβαλλομένη έξωθεν, με τη δύναμη της προσαρμογής διαπερνά τα πιο διαφορετικά ρεύματα σκέψης, από τον φροϋδισμό ως τον γαλλικό κοινωνιολογισμό του E. Durkeim. Έτσι, στην γαλλική κοινωνιολογική σχολή η κοινωνική δομή ερμηνεύεται ιδεαλιστικά ως προϊόν των «συλλογικών αναπαραστάσεων», της «συλλογικής συνείδησης», κλπ, ενώ ο ρόλος των υλικών συνθηκών ζωής των ανθρώπων παραγνωρίζεται. «Η Γαλλική σχολή, επομένως, αγνόησε το γεγονός ότι οι συγκεκριμένες μορφές εργασίας μαζί με τις οικονομικές συνθήκες αποτελούν τη βάση της κοινωνικής ζωής. Περιέγραψε το σχηματισμό του ατομικού νου ως ένα καθαρά πνευματικό γεγονός που υπήρχε ανεξάρτητα από συγκεκριμένες πρακτικές και συνθήκες του φυσικού περιβάλλοντος» (Λούρια, 1995, σ.17). Έτσι, οι νατουραλιστικές και οι ιδεαλιστικές ερμηνείες της προσωπικότητας παρά την επιφανειακή αντιπαλότητά τους παρουσιάζουν ενδότερη μεθοδολογική συνάφεια.
Μια από της βασικές θεωρητικές παραδοχές, στις οποίες στηρίζονται οι παραπάνω προσεγγίσεις συνίσταται στο ότι η ανάπτυξη της προσωπικότητας πραγματοποιείται μέσω της μετάβασης από το ατομικό στο κοινωνικό, από το βιολογικό στο κοινωνικό. Ριζικά διαφορετική αντίληψη σχετικά με την πορεία ανάπτυξης του παιδιού θεμελιώνεται από τον Λ.Βυγκότσκι, που διατύπωσε τον περίφημο βασικό νόμο ψυχικής ανάπτυξης: «οι ανώτερες ψυχικές λειτουργίες του παιδιού, οι ανώτερες ιδιότητες, χαρακτηριστικές για τον άνθρωπο εμφανίζονται πρωταρχικά ως μορφές συλλογικής συμπεριφοράς του παιδιού, ως μορφές συνεργασίας με τους άλλους ανθρώπους και μόνο στη συνέχεια αυτές γίνονται εσωτερικές, ατομικές λειτουργίες του παιδιού» (Vygotsky, 2001, 90). Σε αντιστοιχία με το βασικό νόμο ψυχικής ανάπτυξης δεν υπάρχει άλλος τρόπος ανάπτυξης της προσωπικότητας από την διαμόρφωση σχέσεων αμοιβαιότητας και αλληλεπίδρασης με τα άλλα ανθρώπινα υποκείμενα και γενικότερα με τον ευρύτερο κοινωνικό περίγυρο. Όσο πιο αναπτυγμένες και πολύπλευρες είναι οι σχέσεις του υποκειμένου με τα άλλα ανθρώπινα υποκείμενα, τόσο ευρύτερο το φάσμα δυνατοτήτων ανάπτυξης της προσωπικότητας, τόσο μεγαλύτερη η δυναμική της ζώνης εγγύτερης και απώτερης ανάπτυξής του.
Όταν ο άνθρωπος αποκόπτεται από την αλληλεπίδρασή του με την κοινωνία, αυτό οδηγεί στην υπανάπτυξη των ψυχικών λειτουργιών και της προσωπικότητας συνολικά. Ο L.Vygotsky διατυπώνει ένα, εκ πρώτης όψεως, παράδοξο ισχυρισμό: «…αυτό που θα πρέπει να διαμορφωθεί στο τέλος της ανάπτυξης, με κάποιο τρόπο επιδρά στα πρώτα βήματα αυτής της ανάπτυξης» (Vygotsky, 2001, 84). Έτσι, το παιδί όταν αρχίσει να μιλά η ομιλία του έχει απλοϊκή, πρωταρχική μορφή, όμως, βρίσκεται σε διαρκή επαφή με τον αναπτυγμένο, συντακτικά οργανωμένο λόγο των ενηλίκων. Αυτή η διαρκής αλληλεπίδραση του παιδιού με την «ιδεατή μορφή», την «τελική μορφή», που θα πρέπει να αποκτηθεί ως αποτέλεσμα της αναπτυξιακής διαδικασίας αποτελεί την κινητήριο δύναμη της εν λόγω διαδικασίας.
Σε αντιδιαστολή με τις ψυχοπαιδαγωγικές θεωρίες, οι οποίες περιορίζονται στην φωτογραφική, αποσπασματική περιγραφή επιμέρους πτυχών της υπάρχουσας κατάστασης ψυχοσωματικής ανάπτυξης του ξεχωριστού ατόμου η Πολιτισμική-ιστορική θεωρία του Λ.Βυγκότσκι επικεντρώνεται στη διερεύνηση της ζώνης εγγύτερης ανάπτυξης των παιδιών, που αναπτύσσεται στα πλαίσια της συνεργασίας, της αλληλεπίδρασής τους με τους ενηλίκους και με τους συνομηλίκους του και αποτελεί τη βάση της ανάπτυξης των ανώτερων ψυχικών λειτουργιών. Η ζώνη εγγύτερης ανάπτυξης δεν αποτελεί μια ακόμη διδακτική τεχνική (ομαδοσυνεργατική διδασκαλία, κλπ.), αλλά έκφραση της ενδότερης συνάφειας και της συγκεκριμένης ιστορικής σύνδεσης της ψυχοσωματικής ανάπτυξης των επιμέρους ατόμων και της προοδευτικής ανάπτυξης της κοινωνίας.
Σύμφωνα με τον Λ.Βυγκότσκι θα πρέπει να δοθεί έμφαση στην ανάπτυξη των ανώτερων ψυχικών λειτουργιών, στην καλλιέργεια της νόησης, της ομιλίας, της δημιουργικής φαντασίας. Σε αντιδιαστολή με τις ελιτίστικες θεωρίες ο Λ.Βυγκότσκι τόνιζε ότι η δημιουργικότητα, η ικανότητα του υποκειμένου να συμβάλλει στην διαμόρφωση νέων πραγμάτων και διαδικασιών δεν είναι υπόθεση κάποιων ολίγων και εκλεκτών ατόμων, αλλά αναγκαία συνθήκη ύπαρξης του κάθε ανθρώπου, που συνδέεται με την ενεργό στάση ζωής, με τη «μη προσαρμοστικότητά» του, με την ικανότητά του να μην συμβιβάζεται και να υπερβαίνει τις αντιξοότητες, τις δυσκολίες της ζωής. Ο Λ.Βυγκότσκι αναφερόταν σ' ένα μύθο της Καλμικίας, που αναδεικνύει με τον καλύτερο τρόπο τη σημασία της ενεργού, μη συμβιβαστικής στάσης ζωής. Σύμφωνα μ' αυτό το μύθο ο αετός απαντά στον κόρακα που του προτείνει να τρώει ψοφίμια, αν επιθυμεί να ζήσει 300 χρόνια αντί για 30: «όχι αδερφέ, αντί να τρώω για 300 χρόνια ψοφίμια καλύτερα να πίνω ζωντανό αίμα…» (Βυγκότσκι, 2003).
Η λογοτεχνική έκφραση, τα θεατρικά δρώμενα, η ζωγραφική αποτελούν αναντικατάστατα μέσα για την ανάπτυξη της δημιουργικής φαντασίας των παιδιών, τα οποία ο Λ.Βυγκότσκι αντιπαραθέτει στην παθητική ονειροπόληση, στην ενατενιστική στάση απέναντι στην πραγματικότητα. Η παρατηρούμενη ακόμα και στις μέρες μας εξιδανίκευση της αρχής της εποπτικότητας απορρέει από αυτή την ενατενιστική στάση απέναντι στον κόσμο και οδηγεί στην παθητικοποίηση των μαθητών, στην υποτίμηση της ενεργού, κριτικής μετασχηματιστικής δραστηριότητάς τους. Όμως, είναι σημαντικό οι εν λόγω μορφές καλλιτεχνικής έκφρασης να μη λειτουργούν ως απομιμήσεις της καλλιτεχνικής δραστηριότητας των ενηλίκων και τα παιδιά να μην αντιμετωπίζονται ως παθητικοί καταναλωτές προκατασκευασμένων μορφών, όπως γίνεται στην «μετανεωτερική καταναλωτική κοινωνία», αλλά ως ζωντανά υποκείμενα που αναπτύσσονται μέσα από συλλογικές διαδικασίες και εκλαμβάνουν τον εαυτό τους ως τμήμα μιας ευρύτερης κοινωνικής διαδικασίας. Μέσα από τις πιο διαφορετικές μορφές συλλογικότητας αναπτύσσεται ο προσανατολισμός των υποκειμένων στο μέλλον και ο μετασχηματισμός του παρόντος στη βάση αυτής της ευρύτερης κοινωνικής προοπτικής.
4. Η παιδαγωγική της αισιόδοξης προοπτικής του Α.Σ.Μακάρενκο
Στο έργο του Α.Μακάρενκο κεντρική θέση κατέχει ο κοινωνικός προσδιορισμός του τύπου προσωπικότητας που αποτελεί το στόχο της εκπαιδευτικής διαδικασίας, καθώς και ο ρόλος της παιδείας στο ριζικό μετασχηματισμό της κοινωνίας. Εμφορούμενος από τα ιδεώδη της Οκτωβριανής Επανάστασης θεωρούσε ως σκοπό της παιδείας τη διαμόρφωση - διαπαιδαγώγηση ενός πολύπλευρα ανεπτυγμένου ανθρώπου, ο οποίος θα ήταν σε θέση να καταστεί υποκείμενο της οικοδόμησης μιας χειραφετημένης, σοσιαλιστικής κοινωνίας στην ΕΣΣΔ. «Είμαστε οπαδοί -δήλωνε- … της παιδαγωγικής που δημιουργεί την προσωπικότητα, ... τον νέο τύπο ανθρώπου.» (Μακάρενκο,1986, σελ.30).
Για τον Α.Μακάρενκο η παροχή γνώσεων αποτελούσε μόνο μία πλευρά της εκπαιδευτικής διαδικασίας, άρρηκτα συνδεδεμένη με τις πλευρές της ηθικής, πολιτικής, εργασιακής, αισθητικής διαπαιδαγώγησης του νέου ανθρώπου. Ο Α.Μακάρενκο θεωρούσε θεμελιώδους σημασίας την έννοια της προοπτικής. Με τη λέξη αυτή όριζε την πορεία του ανθρώπου προς ένα ανοιχτό, δημιουργικό, καλύτερο μέλλον. Η συνειδητοποιημένη προοπτική μετατρέπεται σε σκοπό των ανθρώπινων ενεργειών, κινητοποιεί και καθοδηγεί την προσωπικότητα στις προσπάθειες για υπέρβαση και πρόοδο, νοηματοδοτεί την ύπαρξη του ατόμου στο εκάστοτε παρόν.
Οι άνθρωποι πολύ συχνά αποσκοπούν σε προοπτικές βραχυπρόθεσμες, επουσιώδεις και καθαρά ατομικής σημασίας. Για τον Α.Μακάρενκο οι πλέον σημαντικές προοπτικές είναι αυτές που συνδέουν το άτομο με ευρύτερα κοινωνικά ζητήματα, διακυβεύματα, εγχειρήματα. Όσο μεγαλύτερη είναι η κοινωνική διάσταση των προοπτικών, στις οποίες αποσκοπεί το άτομο, τόσο πιο ισχυρή και ευεργετική είναι η επίδρασή τους στην ανάπτυξη της ανθρώπινης προσωπικότητας.
Σε μια περίφημη διατύπωσή του ο Α.Μακάρενκο αναφέρει πως «Το πιο σημαντικό που συνηθίσαμε να εκτιμούμε στον άνθρωπο είναι η δύναμη και η ομορφιά. Και το ένα και το άλλο καθορίζονται στον άνθρωπο αποκλειστικά και μόνο από τη στάση του απέναντι στην προοπτική. Ο άνθρωπος που διαμορφώνει τη συμπεριφορά του με βάση την πιο κοντινή προοπτική είναι ο πιο αδύναμος. Αν ικανοποιείται μόνο με τη δική του προοπτική, έστω και μακρινή, μπορεί να φαίνεται δυνατός, όμως δεν αισθανόμαστε την ομορφιά της προσωπικότητας και την πραγματική της αξία. Όσο ευρύτερη είναι η ομάδα, οι προοπτικές της οποίας αποτελούν για το άτομο προσωπικές προοπτικές, τόσο ο άνθρωπος είναι ομορφότερος και καλύτερος.» (Μακάρενκο, 1958a, σελ.74).
Ως εκ τούτου, ζητούμενο της παιδαγωγίας είναι να προσφέρει στο άτομο προοπτικές δημιουργικής ανάπτυξης: «Διαπαιδαγώγηση του ανθρώπου σημαίνει να του καλλιεργήσεις τους δρόμους της προοπτικής, τους δρόμους όπου θα βρει την αυριανή ικανοποίηση και χαρά.». (Βλ. Μακάρενκο, 1983,σελ.393-394). Η προοπτική λειτουργεί ως ένα πρόγραμμα διαμόρφωσης της ανθρώπινης προσωπικότητας, διαμέσου της αυτόβουλης προσπάθειας υλοποίησης στόχων που το ίδιο το άτομο έχει υιοθετήσει.
Αν όμως στην ταξική κοινωνία το ενδιαφέρον για την παιδεία νοηματοδοτείται, εν πολλοίς, από προοπτικές ατομικής ή ακόμη και ιδιοτελούς σημασίας, σε μια σοσιαλιστική κοινωνία η εκπαίδευση θα πρέπει να καλλιεργεί στο άτομο προοπτικές συλλογικής επιτυχίας, προόδου και ευημερίας. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει κατάργηση κάθε ατομικής προοπτικής, αλλά αρμονική σύζευξη των ατομικών στόχων με τους σκοπούς και τα ιδεώδη του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου. Διαμέσου αυτής της σύζευξης, το άτομο καθίσταται ικανό να συμμετάσχει ενεργά στην οικοδόμηση μιας κοινωνίας συντροφικότητας και αλληλεγγύης.
Οι στόχοι ανάπτυξης του ατόμου, που πρέπει να θέτει το εκπαιδευτικό σύστημα, αναβαθμίζονται, πλέον, στην κλίμακα των θεμελιωδών στόχων της νέας σοσιαλιστικής κοινωνίας. Η κοσμοϊστορική προοπτική χειραφέτησης της ανθρωπότητας θα πρέπει, κατά τον Α.Μακάρενκο, να συνεπάγεται μιαν εξίσου κοσμοϊστορική προοπτική διαμόρφωσης - εξέλιξης του κάθε ατόμου σε πολύπλευρα ανεπτυγμένο άνθρωπο. Το ιδεώδες και η προοπτική της ολοκλήρωσης των ανθρώπινων σχέσεων θα πρέπει να εκφράζεται και σε μια παιδαγωγική προοπτική ολοκλήρωσης της κάθε προσωπικότητας.
Για να γίνει κάτι τέτοιο, για να αγγίξουν δηλαδή το κάθε άτομο οι ευρύτερες προοπτικές του κοινωνικού γίγνεσθαι χρειάζεται οι παιδαγωγοί να αντιμετωπίζουν τα παιδιά όχι μόνο με βάση αυτό που κάθε στιγμή φαντάζει ως δεδομένο στην προσωπικότητά τους, αλλά, κυρίως, με βάση μιαν αισιόδοξη υπόθεση για την ανάπτυξή τους, μιαν ιδεατή προβολή στο μέλλον του κάθε παιδιού ότι πιο καλού και σημαντικού θα μπορούσε να συνθέτει την προσωπικότητά του.
Αυτή η αισιόδοξη υπόθεση για το μέλλον του κάθε παιδιού μετατρέπεται σε συγκεκριμένο παιδαγωγικό πρόγραμμα διαμέσου ενός συνόλου απαιτήσεων και καθηκόντων που ο εκπαιδευτικός θεσμός, ως εκπρόσωπος της νέας κοινωνίας, εγείρει ενώπιον του ατόμου. Οι απαιτήσεις και τα καθήκοντα θα πρέπει να υπερβαίνουν τις δεδομένες σε κάθε στιγμή δυνατότητες του παιδιού, να πλησιάζουν το μέγιστο βαθμό δυσκολίας, να ωθούν στη μέγιστη προσπάθεια.
Δέον να σημειωθεί ότι ο Α.Μακάρενκο δεν αναφέρεται σε απαιτήσεις, που έχουν απαγορευτικό χαρακτήρα και επιβάλλουν στο άτομο περιορισμούς, αλλά, κυρίως, σε δημιουργικές απαιτήσεις, οι οποίες στοχοθετούν δραστηριότητες υπέρβασης του εαυτού. Οι απαιτήσεις από το άτομο αποκτούν παιδαγωγική διάσταση, όταν εκφράζουν ανιδιοτελές ενδιαφέρον για την ανάπτυξή του, όταν αποτελούν επιβεβαίωση του μέγιστου σεβασμού προς αυτό.
«Η κοινωνία μας -αναφέρει ο παιδαγωγός- διαφέρει από την αστική στο γεγονός ότι εμείς απαιτούμε από τον άνθρωπο πολύ περισσότερα απ' ότι η αστική κοινωνία… αλλά, από την άλλη πλευρά περιβάλουμε την προσωπικότητα με πολύ μεγαλύτερο και θεμελιωδώς διαφορετικό σεβασμό… οι απαιτήσεις μας από κάθε προσωπικότητα εκφράζουν το σεβασμό μας προς τις δυνάμεις και δυνατότητές της, ενώ στο σεβασμό μας εγγράφονται ταυτόχρονα οι απαιτήσεις μας από την κάθε προσωπικότητα.» (Μακάρενκο, 1990, σελ.54).
Η διαμόρφωση προσωπικοτήτων αφοσιωμένων στην προοπτική της ενιαίας, αταξικής κοινωνίας προϋπόθετε, τόσο από την πλευρά των απαιτούμενων γνώσεων, όσο και από τη σκοπιά της απαιτούμενης ηθικής, πολιτικής, εργασιακής διαπαιδαγώγησης, ένα αντίστοιχο εκπαιδευτικό θεσμό, που για τον Α.Μακάρενκο δεν είναι άλλος από αυτόν της Παιδικής Εργασιακής Κοινότητας.
Επρόκειτο για ένα θεσμό, ο οποίος συνδύαζε το παλιό σχολείο γενικών γνώσεων με την πολυτεχνική εκπαίδευση, την αυθεντική, συστηματική παραγωγική εργασία (βιομηχανικού, βιοτεχνικού και αγροτικού τύπου), την αυτενεργό καλλιτεχνική δραστηριότητα μέσα σε διάφορους ομίλους και την ευρύτατη συμμετοχή των παιδιών σε ένα δίκτυο αυτοδιεύθυνσης, που κάλυπτε όλες σχεδόν τις πτυχές της ζωής του ιδρύματος. Η ιδέα αυτή του Α.Μακάρενκο εδοκιμάσθη στους δύο σταθμούς για ανήλικους παραβάτες του νόμου και παιδιά χωρίς κηδεμόνες, που οργάνωσε και διηύθυνε ο ίδιος, στο Σταθμό Γκόρκι και στην Κομμούνα Ντζερζίνσκι.
Είναι αναγκαίο να σημειώσουμε ότι η ιδέα της συμμετοχής των παίδων στην παραγωγική δραστηριότητα της κομμουνιστικής κοινωνίας διατυπώθηκε αρχικά από τους Κ.Μαρξ και Φ.Ένγκελς· απέρρεε δε από τη διακρίβωση της προοπτικής άρσης του υποδουλωτικού καταμερισμού της εργασίας και της δυνατότητας για πολύπλευρη ανάπτυξη της προσωπικότητας στην αταξική κοινωνία. Η ενότητα θεωρητικής κατάρτισης και εργασιακής δραστηριότητας, κατά τους Κ.Μαρξ και Φ.Ένγκελς, πρόκειται να οδηγήσει στο σχηματισμό ορθής αντίληψης για την προέλευση και την υλική βάση των γνώσεων, που δεν είναι άλλη από την παραγωγική αλληλεπίδραση ανθρώπων - φύσης, αλλά και στη διαμόρφωση πολυσχιδών προσωπικοτήτων, ικανών όχι μόνο ν' απολαμβάνουν το δημιουργικό χαρακτήρα της εργασίας τους, αλλά και να διαχειρίζονται συνειδητά τα κοινωνικοποιημένα μέσα παραγωγής (βλ. Δαφέρμος, 2004, σελ.73-74). Στο πνεύμα αυτής της αντίληψης η σοβιετική εξουσία επιχείρησε τη δημιουργία του Ενιαίου Σχολείου Εργασίας.
Ο Α.Μακάρενκο, εκκινώντας από την παραπάνω ιδέα έδινε έμφαση στην ηθική διάσταση της εργασιακής αγωγής. «Η εργασιακή φροντίδα δεν είναι απλά ένας δρόμος που οδηγεί στα μέσα διαβίωσης, αλλά είναι επίσης η ηθική, η φιλοσοφία του νέου κόσμου, η σκέψη για την ενότητα των εργαζομένων και τη νέα ευτυχισμένη ανθρωπότητα.» (Μακάρενκo, 1957, σελ.520). Όταν η εργασία είναι οργανωμένη σε συνεργατική βάση, όταν κυριαρχεί η συλλογική διαχείριση των διαδικασιών της και η συλλογική ιδιοποίηση των αποτελεσμάτων της, τότε μεταξύ των ανθρώπων μπορεί να αναπτυχθεί μια σχέση πραγματικής αλληλεγγύης. (Παυλίδης, 1999, σελ. 70-72). Ο Α.Μακάρενκο υπογραμμίζει ότι «Μόνο η συμμετοχή στη συλλογική εργασία επιτρέπει στον άνθρωπο ν' αναπτύξει ορθή, ηθική στάση προς τους άλλους ανθρώπους, συγγενική αγάπη και φιλία προς τον κάθε εργαζόμενο, οργή και καταδίκη για τον ακαμάτη.» (Μακάρενκο, 1985, σελ.416).
Ο Α.Μακάρενκο έδινε πολύ μεγάλη προσοχή στην καλλιέργεια αυθεντικής συλλογικότητας, στην αποτροπή της περίπτωσης του κοινοτικού εγωισμού. Στα παιδαγωγικά ιδρύματα, Σταθμός Γκόρκι και Κομμούνα Ντζερζίνσκι, υιοθετήθηκε ένα κλιμακωτό σύστημα οργάνωσης των παιδιών, αποτελούμενο από ομάδες-κοινότητες πρώτου βαθμού (από την τάξη ή το σχολικό τμήμα, το τακτικό εργασιακό τμήμα και το μικτό εργασιακό απόσπασμα, τους διάφορους καλλιτεχνικούς ομίλους), και τη δευτεροβάθμια κοινότητα, τα διοικητικά όργανα της οποίας κάλυπταν όλο το εκπαιδευτικό ίδρυμα.
Η διάκριση και ο συνδυασμός των δύο αυτών βαθμίδων αποσκοπούσε στην ανάπτυξη της ικανότητας του παιδιού να ανέρχεται απ' το επίπεδο της αλληλεγγύης προς τα μέλη της αφετηριακής και στοιχειώδους ομάδας, στο επίπεδο της αλληλεγγύης προς τα μέλη όλης της κοινότητας. Μάλιστα, λάμβανε χώρα συχνή εναλλαγή των παιδιών στις διοικητικές θέσεις, έτσι ώστε παιδιά μικρότερης ηλικίας να μπορούν να διοικούν μεγαλύτερα, με ζητούμενο όχι μόνο την απόκτηση διοικητικής εμπειρίας, αλλά και την καλλιέργεια του σεβασμού προς τους θεσμούς και τα όργανα κοινοτικής αυτοδιεύθυνσης, όποια κι αν ήταν τα άτομα, που τα στελέχωναν (Παυλίδης, 1998, σελ.130-132).
Εκτός αυτού, οι εκτεταμένες σχέσεις των δύο ιδρυμάτων με άλλες, κοινωνικές, πολιτικές, πολιτιστικές οργανώσεις, ομάδες, συλλόγους, και, πρωτίστως, με οργανώσεις εργαζομένων, αποσκοπούσε στην ανάπτυξη σχέσεων συνεργασίας και αλληλεγγύης με τα ευρύτερα κοινωνικά σύνολα που συνέθεταν τη σοβιετική κοινωνία. Ο Α.Μακάρενκο θεωρούσε πως όταν ο νέος άνθρωπος αποκτά συνείδηση των δεσμών του με τους άλλους ανθρώπους, όταν θεωρεί καθήκον του την εργασία και τον αγώνα για τη συλλογική πρόοδο και ευημερία, τότε η ανατροφή του στην παιδική κοινότητα έχει πετύχει τους σκοπούς της.
Αν θα θέλαμε να συνοψίσουμε τις παιδαγωγικές απόψεις του Α.Μακάρενκο θα χρησιμοποιούσαμε την διατύπωση, που ο ίδιος εισήγαγε: Μέθοδος της παράλληλης παιδαγωγικής δράσης. Στόχος της εν λόγω δράσης είναι η πολύπλευρη ανάπτυξη του παιδιού ως μελλοντικού πολίτη μιας χειραφετημένης, σοσιαλιστικής κοινωνίας. Στην παιδαγωγική διαδικασία το παιδί δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως ξεχωριστό αντικείμενο αγωγής αλλά, σύμφωνα με την παραπάνω μέθοδο, συμμετέχει σ' ένα πλέγμα κατάλληλα διαμορφωμένων σχέσεων και δραστηριοτήτων, δια των οποίων και διαπαιδαγωγείται (Μακάρενκο, 1958, σελ.92).
Ο Α.Μακάρενκο υπερβαίνει το ερβατιανό δίπολο, δάσκαλος - μαθητής (Hillig, 2003, σελ. 82). Δεν είναι πλέον ο ξεχωριστός παιδαγωγός το υποκείμενο της παιδαγωγικής διαδικασίας, αλλά η παιδική κοινότητα. Αυτή ασκεί την παιδαγωγική της επίδραση στο κάθε παιδί, κυρίως, μέσα από τις παραδόσεις της, τους θεσμούς και το στυλ λειτουργίας της, καθώς και την δύναμη της κοινής γνώμης. Αυτή είναι που εγγράφει το αισιόδοξο σχέδιο ανάπτυξης του ατόμου στις απαιτήσεις και τα καθήκοντα, τα οποία, διαμέσου των συλλογικών οργάνων της, αξιώνει από το κάθε μέλος της.
Οι παιδαγωγοί παίζουν αποφασιστικό ρόλο στη συγκρότηση της παιδικής κοινότητας και στη διδασκαλία των γνωστικών αντικειμένων. Δεν είναι όμως αυτοί που διαμορφώνουν άμεσα τις ηθικές, κοινωνικοπολιτικές, αισθητικές πτυχές της κάθε προσωπικότητας. Ασκούν την παιδαγωγική τους επίδραση στα παιδιά μόνο διαμέσου των συλλογικών μορφών λειτουργίας της κοινότητας. Τα παιδιά δεν αισθάνονται πλέον ότι αποτελούν το αντικείμενο της παιδαγωγικής επενέργειας, τους υποψήφιους για μια μελλοντική «αυθεντική» ζωή, παρά ζουν μια ζωή πολύπλευρης δραστηριότητας, συμμετέχοντας αποφασιστικά στη ζωή της κοινότητας, και, ως εκ τούτου, στο κοινωνικό γίγνεσθαι.
Εδώ αναγνωρίζουμε εύκολα ορισμένες ιδέες του J.Dewey και του κινήματος της προοδευτικής αγωγής, οι οποίες επηρέασαν σημαντικά τους πρωτεργάτες της σοβιετικής παιδαγωγικής σκέψης. Ας σημειώσουμε, όμως, μια σημαντική διαφορά τους απ' τις απόψεις του Α.Μακάρενκο. Ο J.Dewey, καταφάσκοντας τη συμβολή της εκπαίδευσης στην κοινωνική πρόοδο, την ανάπτυξη στενών σχέσεων μεταξύ του εκπαιδευτικού θεσμού και της κοινότητας (community) και την καλλιέργεια ζωηρού ενδιαφέροντος των παιδιών για τις ανάγκες και τους στόχους του κοινωνικού περιβάλλοντος, για συνεργατικές προσπάθειες προς όφελος του κοινού συμφέροντος, (Βλ.Dewey & Dewey, 1919, σελ.205-228) είχε υπ' όψιν τη διόρθωση- βελτίωση- ανάπτυξη των κυρίαρχων κοινωνικών σχέσεων της εποχής του. Παρά τις επικρίσεις του για τους φραγμούς που θέτουν οι ταξικές διαφορές στην ελεύθερη ανταλλαγή εμπειρίας δεν υιοθέτησε το ιδεώδες της ριζικής κατάργησης της ταξικής κοινωνίας.
Όταν ο J.Dewey αναφέρεται στην καλλιέργεια της κοινωνικής ευθύνης, του συνεργατικού και ομαδικού πνεύματος μέσα στο σχολείο και στα πλαίσια της σχέσης σχολείου-κοινότητας δεν υποψιάζεται καθόλου την αντιφατικότητα των κοινοτικών σχέσεων και των συλλογικοτήτων, που αναπτύσσονται ως οργανικά μέρη της ανταγωνιστικής αστικής κοινωνίας. Δεν υποψιάζεται το γεγονός πως η κοινότητα δεν αποτελεί, κατ' ανάγκη, αυθεντική μορφή συλλογικότητας και ότι μπορεί απλώς να εκφράζει συλλογικό εγωισμό. Η αλληλεγγύη και συνεργασία στο εσωτερικό ομάδων, συλλόγων, κοινοτήτων κ.λ.π. μπορεί κάλλιστα να εγγράφεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο ανταγωνιστικών κοινωνικών σχέσεων, να συνιστά τρόπο κομφορμιστικής προσαρμογής στις σχέσεις αυτές και, συνεπώς, τρόπο αναπαραγωγής τους.
Αναφερόμενος σε ένα σχολείο που δεν θα προετοιμάζει για τη ζωή, αλλά θα συνιστά πραγματική κοινωνική ζωή ο Α.Μακάρενκο συνδέει τις μορφές κοινοτικής οργάνωσης και συλλογικής δραστηριότητας των παιδιών με ένα συγκεκριμένο ιστορικό σκοπό, με τη χειραφέτηση της πιο μεγάλης ανθρώπινης κοινότητας, της εργαζόμενης ανθρωπότητας. Θεωρεί ότι μόνο διαμέσου της αφοσίωσης στο ιδεώδες της πανανθρώπινης χειραφέτησης, της αυθεντικής πανανθρώπινης ενότητας σε μιαν αταξική κοινωνία, αποκτά αυθεντικό περιεχόμενο η συλλογικότητα και αλληλεγγύη μεταξύ των μελών επί μέρους κοινωνικών ομάδων.
5. Λ.Βυγκότσκι και Α.Μακάρενκο: η θεωρητική συνάφεια δύο διαφορετικών στοχαστών
Ο Λ.Βυγκότσκι και ο Α.Μακάρενκο είναι δύο στοχαστές με σημαντικές διαφορές στις επιστημονικές τους διαδρομές και σε συγκεκριμένες θεωρητικές τους ιδέες. Ο Λ.Βυγκότσκι επιχείρησε τον επαναπροσδιορισμό κομβικών προβλημάτων της Ψυχολογίας υπό το πρίσμα των νέων ζητημάτων, που προέκυψαν στην κοινωνική πρακτική, ενώ ο Α.Μακάρενκο προσπάθησε να θεμελιώσει θεωρητικά μια νέα παιδαγωγική πρακτική. Ο Λ.Βυγκότσκι έδινε μεγάλη έμφαση στην αναγνώριση των ιδιαιτεροτήτων του κάθε σταδίου της παιδικής ηλικίας. Απέρριπτε την αντιμετώπιση του παιδιού ως μικρού ενήλικα θεωρώντας ότι η δομή του ψυχισμού του είναι διαφορετική. (Βυγκότσκι, 2001). Ο Α.Μακάρενκο δεν λάμβανε πάντα υπ’ όψιν την ιδιαιτερότητα της παιδικής ηλικίας. Έτεινε να εξετάζει τη ζωή του παιδιού περισσότερο από τη σκοπιά της ομοιότητάς της με τη ζωή των ενηλίκων. Ο Λ.Βυγκότσκι ανέδειξε την κοινωνικότητα της προσωπικότητας του παιδιού, υπολογίζοντας, όμως, σε σημαντικό βαθμό, τη βιολογική διάστασή της· αντιθέτως, ο Α.Μακάρενκο έδινε έμφαση στα κοινωνικά στοιχεία της προσωπικότητας.
Οι διαφορές μεταξύ των δύο στοχαστών εκδηλώθηκαν με τον πλέον έντονο τρόπο στη στάση τους απέναντι στην Παιδολογία, στον επιστημονικό κλάδο, που κατά τη δεκαετία του '20 (έως τις αρχές της δεκαετίας του '30) επιχείρησαν να δημιουργήσουν αρκετοί σοβιετικοί θεωρητικοί της Παιδαγωγικής και της Ψυχολογίας. Ο Λ.Βυγκότσκι ήταν ένας από τους πρωτεργάτες αυτού του εγχειρήματος, θεωρώντας την Παιδολογία γενική επιστήμη για την ανάπτυξη του παιδιού (Vygotsky, 2001, σελ. 11). Αντιθέτως, ο Α.Μακάρενκο υπήρξε αντίπαλος της Παιδολογίας. Άσκησε δριμύτατη κριτική στους εκπροσώπους της, κυρίως για το γεγονός ότι κατέφασκαν την αυτόνομη και αυθόρμητη ανάπτυξη του παιδιού, χωρίς να λαμβάνουν επαρκώς υπ' όψιν τις ορίζουσες των κοινωνικών αλληλεπιδράσεων.
Όμως, στην πραγματικότητα, η συνάφεια απόψεων μεταξύ των δύο αυτών στοχαστών ήταν πολύ μεγαλύτερη από την όποια διαφορά. Και οι δύο εκκινούν από τη θεμελιώδη ιδέα περί του κοινωνικού και ιστορικού καθορισμού της παιδαγωγικής πρακτικής. Εξετάζοντας τη διαμόρφωση της προσωπικότητας ως ζήτημα κοινωνικο-πολιτισμικό συναρτούν το παιδαγωγικό έργο από τα κοινωνικά εγχειρήματα, σκοπούς, ιδεώδη που χαρακτηρίζουν την εκάστοτε βαθμίδα της ιστορικής εξέλιξης.
Το έργο τους εμφορείται από τη προοπτική οικοδόμησης στην ΕΣΣΔ μιας χειραφετημένης σοσιαλιστικής κοινωνίας. Υπηρετώντας αυτό το σκοπό, δεν περιορίζονται στην απλή κριτική των παλιών παιδαγωγικών ιδεών και πρακτικών, αλλά καταπιάνονται, κυρίως, με τη θεμελίωση μιας νέας αντίληψης για το γίγνεσθαι της προσωπικότητας, μιας νέας παιδαγωγικής θεωρίας και πράξης.
Και οι δύο αναδεικνύουν τη σημασία της κοινωνικής εργασίας και της συλλογικότητας στη διαμόρφωση του ψυχισμού και της προσωπικότητας. Και οι δύο δίνουν έμφαση στην ανάπτυξη της συνείδησης των παιδιών. Ο Λ.Βυγκότσκι θεωρούσε κομβικό στοιχείο της αγωγής τη διαμόρφωση των ανώτερων ψυχικών διαδικασιών, ο δε Α.Μακάρενκο έκανε λόγο για τη διαπαιδαγώγηση συνειδητοποιημένων και υπεύθυνων πολιτών της σοσιαλιστικής κοινωνίας.
Κοινό στοιχείο και των δύο στοχαστών ήταν η προσπάθειά τους για μια σαφή σκοποθεσία του παιδαγωγικού έργου, στα πλαίσια της προοπτικής και του ιδεώδους ενός καλύτερου μέλλοντος της ανθρωπότητας. Τόσο ο Λ.Βυγκότσκι όσο και ο Α.Μακάρενκο κρατούν κριτική στάση απέναντι στην εξιδανίκευση της παιδικής ηλικίας, είτε των παρελθοντικών ιστορικών βαθμίδων είτε της σύγχρονης εποχής. Και οι δύο απορρίπτουν την αναγωγή του παιδαγωγικού έργου σε μιαν ενατένιση-διευκόλυνση της αυθόρμητης παιδικής ανάπτυξης. Είναι ενδιαφέρον το πόσο κοντά στην αντίληψη του Α.Μακάρενκο περί προοπτικής βρίσκεται η δήλωση του Λ.Βυγκότσκι ότι «Ενώπιόν μας τίθενται συγκεκριμένοι στόχοι προετοιμασίας των ανθρώπων της επικείμενης εποχής, των ανθρώπων της επικείμενης γενιάς, σε πλήρη αντιστοιχία με τον ιστορικό ρόλο που τους έχει λάχει» (Vygotsky, 1991, σελ.254).
Ο Λ.Βυγκότσκι και ο Α.Μακάρενκο θεωρούσαν αναγκαία τη θεμελίωση μιας Παιδαγωγικής της προοπτικής, η οποία θα λαμβάνει υπόψη όχι μόνο τις εκάστοτε δεδομένες συνθήκες διαμόρφωσης της προσωπικότητας, αλλά και τις νέες δυνατότητες ανάπτυξης των ανθρώπων (παιδαγωγών και παιδαγωγούμενων) στα πλαίσια των διαδικασιών προοδευτικής ανάπτυξης της κοινωνίας συνολικά. Η εν λόγω αντίληψη περί Παιδαγωγικής της προοπτικής έρχεται σε ρήξη τόσο με την απολογητική στάση απέναντι στη λεγόμενη «παιδοκεντρική», «μαθητοκεντρική» Παιδαγωγική, η οποία απολυτοποιεί τις εκάστοτε δεδομένες δυνατότητες ανάπτυξης των παιδιών, όσο και με την τυπολατρική, ηθικολογική, ερβαρτιανή προσέγγιση, που αποτελεί μια χειραγωγικού τύπου Παιδαγωγική, προσιδιάζουσα σε ιστορικά παρωχημένες κοινωνικές σχέσεις.
Οι Λ.Βυγκότσκι και Α.Μακάρενκο επιχείρησαν να θέσουν το ζήτημα της «Παιδαγωγικής της προοπτικής», που μέχρι και σήμερα παραμένει ανοικτό και ελλιπώς διερευνημένο. Από αυτή την άποψη έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον η παρακάτω «εξομολόγηση» του Α.Μακάρενκο: «Με προσκάλεσαν οι καθηγητές να τους βοηθήσω να γράψουν ένα εγχειρίδιο Παιδαγωγικής. Εγώ συμφώνησα υπό την προϋπόθεση ότι αυτοί θα μου απαντήσουν στην ερώτηση: θα γράψουμε της Παιδαγωγική της σημερινής μέρας ή της αυριανής; Αυτοί απάντησαν ότι δεν μπορούν να γράψουν την παιδαγωγική της αυριανής ημέρας. Τότε τους είπα: ενώ εσείς θα γράφετε την Παιδαγωγική της σημερινής ημέρας η ζωή θα σας ξεπεράσει και το αποτέλεσμα θα είναι να γράψετε την Παιδαγωγική όχι της σημερινής, αλλά της χθεσινής μέρας» (Μακάρενκο, 1958b, 196).
Δεν είναι τυχαίο, επίσης, το γεγονός ότι ο Λ.Βυγκότσκι ονόμαζε τη θεωρία του Ψυχολογία του ύψους, ψυχολογία της υψηλής σκοποθεσίας, που αντιπαραβάλλεται στην Ψυχολογία του βάθους (ψυχανάλυση) και την Ψυχολογία της επιφάνειας (συμπεριφορισμός). Ο Βολταίρος έλεγε ότι όταν διάβαζε Ζ.Ρουσώ του εμφανιζόταν η επιθυμία να περπατήσει με τα τέσσερα. Σε αντιδιαστολή με τα παιδαγωγικά ρεύματα που προτείνουν στο παιδί θα περπατάει στα τέσσερα, οι παιδαγωγικές ιδέες των Λ.Βυγκότσκι και του Α.Μακάρενκο συγκροτούν μια «Παιδαγωγική του ύψους», της κοινωνικής προοπτικής, του γίγνεσθαι της προσωπικότητας μέσα στις διαδικασίες του δυναμικού και προοδευτικού γίγνεσθαι της κοινωνίας.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ
Boguslavsky, M. (2002). Εικοστός αιώνας της ρωσικής εκπαίδευσης. Μόσχα: ΠΡΕΣ ΣΕ.
Βυγκότσκαγια, Γ.& Λιφάνοφα, Τ.(1996). Λεφ Σιμιόνοβιτς Βυγκότσκι. Μόσχα: Σμυσλ.
Βυγκότσκι, Λ. (1991). Παιδαγωγική Ψυχολογία. Μόσχα: Πενταγκόγκικα.
Βυγκότσκι, Λ. (1993). Σκέψη και γλώσσα. Αθήνα: εκδ. Γνώση.
Βυγκότσκι, Λ. (1997). Νους στην κοινωνία: η ανάπτυξη των ανώτερων ψυχολογικών διαδικασιών. Αθήνα: Gutenberg.
Βυγκότσκι, Λ.(2001). Διαλέξεις για την Παιδολογία. Ιζέβσκ: Ουντμούρσκι Ουνιβερσιτέτ.
Βυγκότσκι, Λ. (2003). Φαντασία και δημιουργικότητα κατά την παιδική ηλικία στο βιβλ. Λ.Βυγκότσκι Ψυχολογία της ανάπτυξης του παιδιού (σελ.235-326). Μόσχα: Eκσμο.
Δαφέρμος, Μ. (2002). Η πολιτισμική-ιστορική θεωρία του L.Vygotsky. Αθήνα: Ατραπός.
Δαφέρμος Μ. (2004). Παιδαγωγικές προεκτάσεις του έργου του Κ.Μαρξ. Ουτοπία, τεύχος 60, σελ.63-80.
Dewey, J. Dewey, E. (1919). Schools of Tomorrow. N.Y: E.P.Dutton & Company.
Dewey, J. (2000). Εντυπώσεις από την Σοβιετική Ρωσία. Ιστόρια φιλοσόφιϊ, τεύχος 5, σελ.224-269. M.: Ινστιτούτ Φιλοσόφιϊ.
Hillig, G. (2003). Ο σταθμός Μ.Γκόρκι - το δημιουργικό εργαστήρι του Μακάρενκο. Πενταγκόγκικα, τεύχος 8, σελ.78-87.
Λούρια, Α.Ρ. (1995). Γνωστική ανάπτυξη. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Μακάρενκο, Α.(1957). Έργα. τ.4. Μόσχα: Ακαντέμια Πενταγκογκίτσεσκιχ Ναούκ.
Μακάρενκο, Α. (1958a). Έργα. τ.5. Μόσχα: Ακαντέμια Πενταγκογκίτσεσκιχ Ναούκ.
Μακάρενκο, Α.(1958b). Έργα, τ.7. Μόσχα: Ακαντέμια Πενταγκογκίτσεσκιχ Ναούκ.
Μακάρενκο, Α.(1983). Παιδαγωγικό Ποίημα. Βιβλίο δεύτερο. Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.
Μακάρενκο, Α.(1985).Βιβλίο για τους γονείς. Μόσχα: Ιζντάτελστβο «Πράβντα».
Μακάρενκο, Α.(1986). Παιδαγωγικά Έργα. τ.7, Μόσχα: Πενταγκόγκικα.
Μακάρενκο, Α.(1990). Περί Αγωγής. Μόσχα: Πολιτιζντάτ.
Μπουζάκη, Σ.(1988). Το εκπαιδευτικό σύστημα της Σοβιετικής Ένωσης στο Γ.Μάρκου -Σ.Μπουζάκη κ.α. Συγκριτική Παιδαγωγική. Η εκπαίδευση στην Ευρώπη (σελ.11-45). Αθήνα: Gutenberg.
Πατέλης, Δ. (2003). Φιλοσοφία της επιστήμης. Ζητήματα λογικής, θεωρίας, μεθοδολογίας και κοινωνιολογίας της γνώσης και της επιστήμης (πανεπιστημιακές σημειώσεις). Χανιά: Πολυτεχνείο Κρήτης.
Παυλίδης, Π. (1998). Η συμβολή της παιδείας στη κοινωνική πρόοδο. Μια αναφορά στις παιδαγωγικές απόψεις του Α.Σ.Μακάρενκο. Ουτοπία, τεύχος 31, σελ. 125-137.
Παυλίδης, Π. (1999). Η συνάφεια εργασίας και διαπαιδαγώγησης της προσωπικότητας, στο έργο του Α.Σ.Μακάρενκο, Αντιτετράδια της Εκπαίδευσης. τεύχος 55, σελ.68-75.
Ρόζενταλ, Ε. (1990). Αυτό το «αιώνιο» θέμα. Μόσχα: Νόβοστι.
Σάτσκι, Σ. (1980). Επιλεγμένα παιδαγωγικά έργα. Μόσχα: Πενταγκόγκικα, τ.2.
Φράγκος, Χ.(1993). Η σύγχρονη Διδασκαλία. Αθήνα: Gutenberg