Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2008

Ένα σχολείο υπό δίωξη

Συνέδριο για τον διαγωνισμό τραγουδιού της 'Eurovision'

Από τις 29 Φεβρουαρίου έως τις 2 Μαρτίου 2008 στο Αμφιθέατρο Σαράτση, θα πραγματοποιηθεί διεθνές συνέδριο με τίτλο Τραγουδώντας (σ)την Ευρώπη: Πολιτικές του θεάματος στον διαγωνισμό τραγουδιού της 'Eurovision'. Το συνέδριο διοργανώνεται από το Τμήμα Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, σε συνεργασία με την Εθνομουσικολογική Εταιρία, και με την υποστήριξη του Μουσείου Μπενάκη. Κάντε κλικ για λεπτομέρειες Επισκευθείτε τον αντίστοιχο κόμβο

Οι μακρινοί μας γείτονες

Το Τμήμα Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας,
διοργανώνει μια σειρά διαλέξεων με τίτλο:"Οι ″μακρινοί″ μας γείτονες: οικονομικές, κοινωνικές και πολιτισμικές προσεγγίσεις".
Στα πλαίσια αυτής της σειράς, πραγματοποιήθηκε συζήτηση στρογγυλής τραπέζης με αντικείμενο τον ελληνικό και τουρκικό εθνικισμό και με αφορμή την έκδοση του βιβλίου
Tormented by History:
Nationalism in Greece and Turkey
Είχαν κληθεί να παραστούν οι συγγραφείς
UMUT ÖZKIRIMLI , associate professor of politics and the director of the Center for Turkish-Greek Studies at Istanbul Bilgi University και ΣΠΥΡΟΣ ΣΟΦΟΣ, senior research fellow in European and international studies at the European Research Centre, Kingston University, London
Στη συζήτηση επρόκειτο να συμμετάσχουν και οι Δημήτρης Καιρίδης, Επίκουρος Καθηγητής (ΒΣΑΣ) Χάρης Τζήμητρας (Πανεπιστήμιο BILGI) Κωνσταντίνος Τσιτσελίκης (ΒΣΑΣ)

Η ενδιαφέρουσα συζήτηση επρόκειτο να πραγματοποιηθεί την
Δευτέρα 25.2.2008, στις 19:00, στην Αίθουσα Συνεδρίων (1ος όροφος) του Πανεπιστημίου Μακεδονίας. Ως ιστολόγιο θα παρακαλοθήσουμε όλο αυτόν τον ενδιαφέρον κύκλο και θα σας ενημερώνουμε

Πέμπτη, 21 Φεβρουαρίου 2008

Ανοικτό Σεμινάριο Οικονομικής Ιστορίας

Λάβαμε την παρακάτω πρόσκληση:


Αγαπητοί φίλοι,

Σας θυμίζουμε ότι η επόμενη συνάντηση του Ανοικτού Σεμιναρίου Οικονομικής Ιστορίας θα πραγματοποιηθεί τη Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου 2008, στις 18:00 στην αιθουσα διαλέξεων στο 1ο όροφο του κτίριο Κωστή Παλαμά του Πανεπιστημίου Αθηνών, Ακαδημίας 48 και Σίνα.

Ομιλητές θα είναι οι Κώστας Κωστής (Πανεπιστήμιο Αθηνών) και Γιώργος Παγουλάτος (Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών) με θέμα «Ιστορία των επιχειρήσεων – Η ιστορία της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος».

Θα προεδρεύσει και θα σχολιάσει ο καθ. Σταύρος Θωμαδάκης (Πανεπιστήμιο Αθηνών).

Οι ανακοινώσεις των διαλέξεων σεμιναρίου και τα κείμενα των παλαιότερων ομιλητών αναρτώνται στην ηλεκτρονική διεύθυνση

http://www.uadphilecon.gr/UA/content/gr/Article.aspx?office=17&folder=564&article=854

<http://www.uadphilecon.gr/UA/content/gr/Article.aspx?office=17&folder=564&article=854>και

στο site του ΗΔΟΙΣΤΟ :

http://www.hdoisto.gr/Hdoisto.htm

Σας Περιμένουμε

Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2008

για το 132 ο της Γκράβας

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Η ομάδα δασκάλων «Τα πίσω Θρανία» του Δικτύου Κοινωνικής Υποστήριξης Προσφύγων και Μεταναστών σας καλεί την Παρασκευή 22 Φεβρουαρίου στις 7 μ.μ στην εκδήλωση - συζήτηση με θέμα: «Αντιρατσιστικές πρακτικές σε δίωξη. Πως η διδασκαλία της μητρικής γλώσσας και τα μαθήματα ελληνικών σε μεταναστες γονείς προκαλούν ρωγμές στο εκπαιδευτικό σύστημα. - Το παράδειγμα του 132ου Δημοτικού της Γκράβας».

Στην εκδήλωση θα μιλήσουν ο Γ. Τσιάκαλος, η Γ.Κούρτοβικ και οι εκπαιδευτικοί του 132ου Δημοτικού Σχολείου της Γκράβας.

Η παρουσία και η παρέμβασή σας στη συζήτηση θεωρείται αναγκαία.

Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί στην αίθουσα της Ε.Σ.Η.Ε.Α. (Ακαδημίας 20).


Επίσης:

Ανακοίνωση που δημοσιοποίησαν οι Εκπαιδευτικού του 132ου Δημοτικού Σχολείου Γκράβας:

-----------------------------------------------------------------------------------------------------

Συνάδελφοι και Φίλοι

Με τις πρόσφατες κρίσεις των διευθυντών σχολικών μονάδων, εμείς οι εκπαιδευτικοί του 132ου Δημοτικού Σχολείου Αθήνας, βρεθήκαμε αντιμέτωποι με τον ανοιχτό αυταρχισμό της διοίκησης.

Το Σχολείο μας επί χρόνια προσπαθεί να εφαρμόσει καινοτόμες παιδαγωγικές προσεγγίσεις και προγράμματα για την ομαλή και ισότιμη ένταξη όλων των μαθητών, Ελλήνων και μεταναστών, στο σχολείο. Μια δουλειά που προσπαθεί να κάνει πραγματικότητα τον πολυπολιτισμικό χαρακτήρα της εκπαίδευσης. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε τα μαθήματα ελληνικής γλώσσας στους γονείς μετανάστες, τη διδασκαλία μητρικής γλώσσας στα παιδιά τους, την αντικατάσταση της συνηθισμένης πρωινής προσευχής με ένα ποίημα-προσευχή για να μπορούν να συμμετέχουν όλα τα παιδιά και πλήθος άλλων παρεμβάσεων με πολύ θετικά αποτελέσματα. Βάση αυτής της δουλειάς ήταν η αναβαθμισμένη και ουσιαστική λειτουργία του Συλλόγου Διδασκόντων, με ψυχή τη διευθύντρια του, Στέλλα Πρωτονοταρίου.

Η πολιτική και οι πρακτικές που εφαρμόζονταν στο σχολείο ενόχλησαν από ότι φαίνεται διπλά κάποιους κύκλους του Υπουργείου από τη μια γιατί ήταν αντίθετες με τις αναχρονιστικές αντιλήψεις τους και από την άλλη γιατί παράγονταν με διάλογο και πειραματισμό μέσα στο σχολείο και όχι στα γραφεία τους. Η καλυμμένη και αναποτελεσματική, έως τώρα, αντίδραση της διοίκησης εκδηλώθηκε ανοιχτά με τις «αξιοκρατικές» κρίσεις των διευθυντών. Η διευθύντρια του σχολείου δέχτηκε επίθεση από μέλη του συμβουλίου κρίσεων για την πολιτική του σχολείου, σφαγιάστηκε στη βαθμολογία ώστε να απομακρυνθεί από το σχολείο και ο νέος διευθυντής ήρθε αποφασισμένος να ανατρέψει την έως τώρα λειτουργία του συλλόγου διδασκόντων και τις αποφάσεις του, επικαλούμενος «άνωθεν» εντολές και πιέσεις.

Οι δάσκαλοι του 132ου Δημοτικού Σχολείου έδωσαν και συνεχίζουν να δίνουν τη μάχη για να υπερασπιστούν τη λειτουργία του συλλόγου διδασκόντων και την πολιτική του σχολείου και ζητούν τη συμπαράστασή σας στον κοινό αγώνα ενάντια στο αυταρχικό και στο αναχρονιστικό μοντέλο εκπαίδευσης που προωθείται. Ζητούν, επίσης να σταματήσει η δίωξη που επιχειρείται και που εκφράστηκε με την απομάκρυνση της διευθύντριας και της τοποθέτησης της σε άλλο σχολείο, με τη άμεση επιστροφή της, ώστε να συνεχιστούν και να ολοκληρωθούν οι εκπαιδευτικές πρωτοβουλίες που τα τελευταία χρόνια εφαρμόζονται.



Διαβάστε επίσης στο:

http://www.iospress.gr/mikro2007/mikro20070623.htm

και τι ακολούθησε

http://www.iospress.gr/iospress/iospress200711.htm

Πέμπτη, 14 Φεβρουαρίου 2008

Κύκλος Διαλέξεων στις Κοινωνικές και Ανθρωπιστικές Επιστήμες

Από τη Γραμματεία του Τμήματος Περιβάλλοντος του Πανεπιστημίου Αιγαίου. Η Πρόσκληση ΕΔΩ


ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ
Το Εργαστήριο Περιβαλλοντικού Σχεδιασμού του
Τμήματος Περιβάλλοντος, Πανεπιστήμιο Αιγαίου σας
προσκαλεί στον «Κύκλο Διαλέξεων στις Κοινωνικές &
Ανθρωπιστικές Επιστήμες του Περιβάλλοντος».
‘Fair και "unfair" trade, σύντομο ιστορικό,
προεκτάσεις και μια ελληνική περίπτωση’
Αχιλλέας Σταύρου,
ΠΜΣ ‘Περ/κη Πολιτική & Διαχείριση’, Τμήμα Περιβάλλοντος
Μέλος του Συνεταιρισμού για το Εναλλακτικό και
Αλληλέγγυο εμπόριο «Ο Σπόρος»
Δευτέρα, 18 Φεβρουαρίου 2008, ώρα 18:00
Αίθουσα Σεμιναρίων (Ε’)
Ξενία Α (3ος όροφος)
**********************************************
Ο «Κύκλος Διαλέξεων στις Κοινωνικές & Ανθρωπιστικές Επιστήμες
του Περιβάλλοντος» έχει ως στόχο να παρουσιαστούν τα ευρήματα
της έρευνας των μελών & των φοιτητών του Εργαστηρίου -αλλά και
άλλων ερευνητών τα οποία δραστηριοποιούνται στους
συγκεκριμένους τομείς- στο ευρύτερο (ακαδημαϊκό ή μη) κοινό.
Ως εκ τούτου οι διαλέξεις φιλοδοξούν να μην είναι μόνο
επιστημονικές παρουσιάσεις αλλά να λειτουργούν τόσο ως μια
εισαγωγή στην σχετική θεωρητική συζήτηση όσο και ως έναυσμα
για περαιτέρω προβληματισμό και διάλογο.
Εάν επιθυμείτε να κάνετε μία παρουσίαση στα πλαίσια του Κύκλου,
παρακαλούμε επικοινωνήστε μαζί μας στο: eeppd@aegean.gr

Τρίτη, 12 Φεβρουαρίου 2008

Διεθνές Συνέδριο Οικονομικής και Κοινωνικής Ιστορίας

Θεωρητικές αναζητήσεις και εμπειρικές έρευνες

Ρέθυμνο, Δεκέμβριος 2008

Η οικονομική και κοινωνική ιστορία έδωσε την ώθηση για την ανανέωση των ιστορικών σπουδών στην Ελλάδα τις δεκαετίες ’70 και ’80 και συνεχίζει μέχρι σήμερα να παρουσιάζει μία αξιοσημείωτη παραγωγή επιστημονικών έργων σε ελληνικό και διεθνές επίπεδο. Παρά την πρόοδο αυτή, ο επιστημονικός διάλογος μεταξύ των ερευνητών δεν είναι ακόμα συστηματικός, η αλληλεπίδραση εμπειρικής ιστορικής έρευνας και θεωρητικών αναζητήσεων έχει μάλλον αδυνατίσει και, συνολικά, η ελληνική εμπειρία δεν έχει (παρά τις μεμονωμένες προσπάθειες των οικονομικών και κοινωνικών ιστορικών) καταλάβει το μερίδιο που της αρμόζει στη διεθνή βιβλιογραφία. Θα μπορούσε κανείς να ισχυρισθεί ότι δεν έχει ακόμα συγκροτηθεί στην χώρα μας ένα αυτόνομο πεδίο οικονομικής και κοινωνικής ιστορίας.

Για να ανατραπεί αυτή η αρνητική κατάσταση, η ομάδα ιστορικών, οικονομολόγων και κοινωνικών επιστημόνων που εκδίδει στο διαδίκτυο το Ηλεκτρονικό Δελτίο Οικονομικής ΙΣΤΟρίας (ΗΔΟΙΣΤΟ: www.hdoisto.gr) και οργανώνει, από το Σεπτέμβριο του 2005, ανά δεκαπενθήμερο το Ανοικτό Σεμινάριο Οικονομικής Ιστορίας, αποφάσισε να οργανώσει στο Ρέθυμνο ένα πρώτο Διεθνές Συνέδριο Οικονομικής και Κοινωνικής Ιστορίας με την φιλοδοξία να προσφέρει την ευκαιρία για να επανα-συσπειρωθεί το εγχώριο ερευνητικό δυναμικό και να συμβάλει στην αναζωογόνηση του επιστημονικού διάλογου και της κριτικής αντιπαράθεσης στο πεδίο αυτό μεταξύ ιστορικών, οικονομολόγων και ερευνητών από διαφορετικούς επιστημονικούς κλάδους και θεωρητικές παραδόσεις.

Καλούνται να συμμετάσχουν στο συνέδριο ιστορικοί και κοινωνικοί επιστήμονες που ασχολούνται με την Οικονομική και Κοινωνική ιστορία της Ελλάδας και του ελλαδικού χώρου στα νεότερα και σύγχρονα χρόνια. Θα γίνουν δεκτές ανακοινώσεις στα ελληνικά, αγγλικά ή γαλλικά για κάθε μία από τις ακόλουθες τρεις κατευθύνσεις :

· Οικονομική και κοινωνική Ιστορία,

· Ιστορία των Επιχειρήσεων,

· Ιστορία της Οικονομικής Σκέψης και της Κοινωνικής Θεωρίας

Οι υποψήφιοι καλούνται να συμπληρώσουν το δελτίο συμμετοχής και να το αποστείλουν στην οργανωτική επιτροπή μέχρι τις 15 Μαρτίου 2008. Η κάθε πρόταση συμμετοχής θα κριθεί από επιστημονική επιτροπή και όσοι συμμετάσχουν θα πρέπει να καταθέσουν το κείμενο τους ένα μήνα πριν το συνέδριο ώστε να τεθεί στην διάθεση όλων των συμμετεχόντων. Θα ορισθεί ένας σχολιαστής για κάθε ανακοίνωση και κατά την διάρκεια του συνεδρίου ο διαθέσιμος χρόνος θα αφιερωθεί περισσότερο στην συζήτηση παρά στην ανάγνωση των ανακοινώσεων. Στόχος είναι να δοθεί άφθονος χρόνος σε κάθε ανακοίνωση.

Θα επιλεγούν ως πέντε προτάσεις νέων συναδέλφων των οποίων τα έξοδα συμμετοχής (μετακίνησης και διαμονής) θα αναληφθούν εξολοκλήρου από την οργανωτική επιτροπή. Η οργανωτική επιτροπή, εξάλλου, ελπίζει να εξασφαλίσει την έκδοση των ανακοινώσεων.

Οργανωτική επιτροπή:

Σωκράτης Δ. Πετμεζάς (Πανεπιστήμιο Κρήτης / Ι.Μ.Σ.-Ι.Τ.Ε.) και Τζελίνα Χαρλαύτη (Ιόνιο Πανεπιστήμιο),

Επιστημονική γραμματεία : Κατερίνα Παπακωσταντίνου (Ιόνιο Πανεπιστήμιο) και Ανδρέας Λυμπεράτος (Ι.Μ.Σ.-Ι.Τ.Ε.).

e-mail: hdoisto@hdoisto.gr

Διεύθυνση Επικοινωνίας:

Σωκράτης Πετμεζάς,

Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών-Ίδρυμα Τεχνολογίας & Έρευνας.
Μελισσινού & Νικηφόρου Φωκά 130, Τ.Θ. 119, Ρέθυμνο 74100

τηλ.: 28310 25146, 56627 / fax : 28310 25810

petmezas@uoc.gr

Επιστημονική Επιτροπή:

Χριστίνα Αγριαντώνη, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

Σταύρος Θωμαδάκης, Πανεπιστήμιο Αθηνών

Βασίλης Καρδάσης, Πανεπιστήμιο Κρήτης

Κώστας Κωστής, Πανεπιστήμιο Αθηνών/ EHESS

Ιωάννα Μίνογλου, Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Όλγα Κατσιαρδή-Hering, Πανεπιστήμιο Αθηνών

Χρήστος Χατζηϊωσήφ, Πανεπιστήμιο Κρήτης / ΙΜΣ-ΙΤΕ

Μαρία Χριστίνα Χατζηϊωάννου, ΙΝΕ-ΕΙΕ

Μιχάλης Ψαλιδόπουλος, Πανεπιστήμιο Αθηνών

Γλώσσες του συνεδρίου:

Ελληνικά, αγγλικά, γαλλικά

Προθεσμίες υποβολής προτάσεων συμμετοχής:

Προθεσμία υποβολής αίτησης συμμετοχής και περίληψης : 15 Μαρτίου 2008

Ανακοίνωση αποδοχής συμμετοχής : 20 Απριλίου 2008

Προθεσμία υποβολής τελικού κειμένου προς δημοσιοποίηση στους σχολιαστές και συνέδρους : 30 Οκτωβρίου 2008.

Συνέδριο : Δεκέμβριος 2008

Δευτέρα, 11 Φεβρουαρίου 2008

Μια ενδιαφέρουσα συνέντευξη

Pandolfi Mariella - Κοινωνικά πάθη στον σύγχρονο κόσμο

Στο πλαίσιο αυτής της διοργάνωσης, στην οποία συμμετέχουν 60 ομιλητές και ομιλήτριες (ιστορικοί, κοινωνικοί ανθρωπολόγοι, φιλόσοφοι, πολιτικοί επιστήμονες, θεωρητικοί της λογοτεχνίας) από πανεπιστήμια της χώρας μας και του εξωτερικού, φιλοξενούμε σήμερα τη συνέντευξη της καθηγήτριας Mariella Pandolfi, η οποία θα συμμετάσχει στο συνέδριο δίνοντας μία από τις κεντρικές ομιλίες. Η Mariella Pandolfi είναι ψυχαναλύτρια και κοινωνική ανθρωπολόγος, καθηγήτρια Κοινωνικής Ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιο του Μόντρεαλ. Ιδιαίτερη θέση στο ερευνητικό και συγγραφικό της έργο κατέχει η έννοια του κοινωνικού πάθους -τόσο ως συναισθηματικότητα όσο και ως κοινωνικό τραύμα- στη θεώρηση των σύγχρονων πολιτικών συνθηκών βίας. Πολύπλευρο και διεπιστημονικό, το έργο της φέρνει σε δημιουργική συνομιλία την Ανθρωπολογία με τη Φιλοσοφία και την Ψυχανάλυση. Η Mariella Pandolfi έχει συγγράψει 5 βιβλία και πολλά άρθρα σε διάφορες γλώσσες. Τα τελευταία περίπου 10 χρόνια το έργο της στην Ιατρική Ανθρωπολογία και την Ανθρωπολογία του σώματος έχει επεκταθεί προς την ανθρωπολογία της βιοπολιτικής και της ανθρωπιστικής επέμβασης. Στο επίκεντρο του ενδιαφέροντός της είναι η ανθρωπιστική διακυβέρνηση των μετα-κομμουνιστικών Βαλκανίων. Εχει κάνει συστηματική επιτόπια έρευνα στα Βαλκάνια, κυρίως στην Αλβανία, τη Βοσνία και το Κόσοβο, ενώ έχει διατελέσει σύμβουλος του ΟΗΕ κατά τη διάρκεια του πολέμου στο Κόσοβο.

ΑΘΗΝΑ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ: Οι σύγχρονες διεθνείς κρίσεις, όχι μόνον οι λεγόμενες ανθρωπιστικές κρίσεις αλλά και η κρίση του ίδιου του ορισμού της «ανθρωπιστικής επέμβασης», φέρνουν στο προσκήνιο προσωπικές και συλλογικές μορφές συναισθημάτων -όπως είναι ο φόβος, ο πόνος, το μίσος, η ντροπή, η θυσία, η τρωτότητα, η συμπόνια- δείχνοντας ότι αυτά τα συναισθήματα όχι μόνο εμπλέκονται στην κοινωνική και πολιτική πράξη ατόμων και συλλογικοτήτων, αλλά παίζουν και κρίσιμο ρόλο στην αναδιαμόρφωση του πολιτικού. Θα μπορούσαμε να αναφέρουμε, για παράδειγμα, τον ρόλο που παίζουν τα συναισθήματα (τόσο με την έννοια της συναίσθησης όσο και με την έννοια του συναισθηματισμού) στους αντίδικους λόγους σχετικά με τη διεθνή τρομοκρατία και ασφάλεια, το άσυλο, τη μετανάστευση, την αγάπη και τη θυσία για την πατρίδα, τον φόβο και το μίσος για τον άλλο και την πατρίδα του άλλου, αλλά και τη συμφιλίωση και τη συγχώρεση. Πώς τα συναισθήματα αναδύονται ως αντικείμενο κοινωνικής έρευνας στους ανήσυχους καιρούς μας;

MARIELLA PANDOLFI: Πράγματι, τα πεδία πάνω στα οποία εργάζομαι ανθρωπολογικά τα τελευταία χρόνια είναι η ανθρωπιστική κρίση και η ανθρωπιστική επέμβαση. Με ενδιαφέρουν οι τρόποι με τους οποίους οι έννοιες «κρίση» και «δράση» συνδέονται μεταξύ τους στη σημερινή παγκόσμια κατάσταση. Αυτή η εστίαση γίνεται κατανοητή, κατά τη γνώμη μου, στο πλαίσιο της μετατόπισης από μια φαινομενολογική προσέγγιση σε μια προσέγγιση που λαμβάνει σοβαρά υπόψη την πολιτική της τεχνικής (techne) του πράττειν. Θεωρώ ότι αυτή η μετατόπιση είναι σημαντική για να καταλάβουμε την κεντρική σύγχρονη αντίφαση: από τη μια πλευρά, έχουμε την τεχνική τής χωρίς συναίσθημα δράσης, εμπειρογνωμοσύνης και επέμβασης και από την άλλη, τη διαμόρφωση ενός νέου υποδείγματος βίας, που επιτελείται ως ατομικό και συλλογικό συναίσθημα μιντιακής και απαθούς συμπόνιας, οπτικής -μη έμπρακτης- συμμετοχής στην οδύνη. Σήμερα, γινόμαστε κοινωνοί αυτής της σύγχυσης που διαπερνά την επιτέλεση του οίκτου (λατιν. pietas), με τη θρησκευτική έννοια της λέξης, η οποία υπαινίσσεται τη βοήθεια όχι προς άτομα, όχι προς πολίτες, όχι προς πολιτικά υποκείμενα, αλλά προς σώματα, δηλαδή προς την ανθρώπινη ζωή στις πιο απογυμνωμένες εκφορές της. Υποστηρίζω, λοιπόν, ότι έχουμε εισέλθει εδώ και περίπου 20 χρόνια σε μια νέα κατάσταση, η οποία ορίζεται από τις έννοιες της κρίσης και της αναγκαιότητας της δράσης. Ετσι είναι, κατά τη γνώμη μου, που το συναίσθημα ως πάθος εισέρχεται στην κοινωνική σκηνή. Πρόκειται για ένα κοινωνικό πάθος που συνδέεται άρρηκτα με τη βία και με τη γυμνή ζωή του συλλογικού σώματος. Παραδειγματική εκφορά αυτού που εννοώ είναι ότι στο σημερινό μετα-αποικιακό τοπίο της ανθρωπιστικής κρίσης και του ανθρωπιστικού πολέμου μπορεί κανείς και πρέπει να περιθάλπει τους πρόσφυγες και να φροντίζει με τρόπο τεχνικό για την υγεία τους, εξαλείφοντας όμως, την ίδια στιγμή, την πολιτική ιστορικότητα της κατάστασής τους. Αυτός γίνεται μάλιστα ο μοναδικός τρόπος με τον οποίο ένα εξουσιαζόμενο και τραυματισμένο σώμα μπορεί να αναγνωριστεί. Επομένως, μιλάμε για «ανθρωπιστική αποστολή», «περιφρούρηση της ασφάλειας», «τήρηση της ειρήνης» και «εμπέδωση (ή εξαγωγή) της δημοκρατίας», αντί να μιλάμε για στρατιωτικοποίηση και πόλεμο. Η ρητορική, η αισθητική και η πολιτική της βοήθειας και της συμπόνιας νομιμοποιούν την κυριαρχία και τον πόλεμο σ' ένα βιοπολιτικό περιβάλλον, όπου η βία διαπλέκεται με τη συμπόνια, η κυριαρχία συνυφαίνεται με την ασφάλεια, οι ανάγκες εμπορευματοποιούνται και βοήθεια σημαίνει έλεγχος μέσω της ανθρωπιστικής αγοράς.

Α.Α.: Ωστόσο, αν το κοινωνικό πάθος έχει πλήρως αποικιοκρατηθεί από την κυριαρχική συνθήκη του βιοπολιτικού ανθρωπισμού, δεν υπάρχουν άλλες, εναλλακτικές, ετερόδοξες δυνατότητες συναισθηματικών δεσμών με τον Αλλο; Υπάρχουν άραγε περιθώρια και δυνατότητες για αλληλεγγύη και συνδρομή πέρα από τη φιλανθρωπική βιομηχανία του οίκτου και της θυματοποίησης και ενάντια στην κυριαρχική λογική της επείγουσας επέμβασης;

Μ.Ρ.: Είμαι απαισιόδοξη για τη σημερινή κατάσταση. Δεν πιστεύω ότι αυτή η κατάσταση θα κρατήσει για πάντα, αλλά σήμερα ζούμε μια μεταβατική κατάσταση, όπου κάθε εναλλακτική δυνατότητα μοιάζει να έχει τεθεί σε εκκρεμότητα. Καθήκον μας είναι να κατανοήσουμε καλύτερα τις ειδικές συνθήκες αυτής της νέας μεταβατικής εποχής, τη συνθήκη αυτής της α-δυνατότητας. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μπορεί κανείς να εντοπίσει τοπικές εκφορές αντίστασης, αλλά σε ευρύτερο πλαίσιο η αντίσταση έχει χάσει το νόημά της. Ασφαλώς και υπάρχουν οι δυνατότητες της φιλίας και της αλληλεγγύης σε διαπροσωπικό επίπεδο, αλλά ζούμε σ' ένα παγκόσμιο πολιτικό περιβάλλον μιας νέας μορφής κυριαρχίας, που θα ονόμαζα «ιαματική» κυριαρχία, όπου η βοήθεια και τα δικαιώματα ορίζονται από τις στρατιωτικές και ανθρωπιστικές γραφειοκρατίες. Η ρητορική της συμφιλίωσης και της συγχώρεσης, αλλά και της ειρηνευτικής αποστολής, που βλέπουμε σήμερα να αναπτύσσεται σε διάφορα συμφραζόμενα, δεν είναι απόκλιση από το καθεστώς αυτό της «ιαματικής» κυριαρχίας, αλλά συστατικό μέρος του, ενύπαρκτος μηχανισμός νομιμοποίησής του.

Α.Α.: Θα ήθελα να σας ζητήσω να εστιάσετε στη σχέση ανάμεσα στα συναισθήματα και το σώμα. Στο πρωιμότερο έργο σας, προϊόν επιτόπιας έρευνας σε ένα χωριό της Νότιας Ιταλίας, έχετε διερευνήσει τους τρόπους με τους οποίους το έμφυλο, γυναικείο σώμα αισθάνεται και συν-αισθάνεται τα ίχνη των εξωτερικών και εξαιρετικών συμβάντων. Εχετε δείξει πώς το γυναικείο σώμα είναι ανοιχτό στα συμβάντα του κόσμου και μετατρέπεται σε ένα αρχείο μνήμης, που προσφέρει νέες δυνατότητες για την ερμηνευτική επεξεργασία της οδύνης και του τραύματος. Πώς τα συναισθήματα διαμορφώνουν τις επιφάνειες και τα σύνορα των ατομικών και των συλλογικών μας σωμάτων; Μιλήστε μας, αν θέλετε, για τις αλληλουχίες μεταξύ αισθήσεων, συναισθημάτων και ενσώματων υποκειμενικοτήτων, και μάλιστα για το πώς αυτές οι αλληλουχίες διαμεσολαβούνται από τις κοινωνικές διακρίσεις του φύλου, της σεξουαλικότητας, της εθνικής και εθνοτικής ταυτότητας.

Μ.Ρ.: Μέσα στο πλαίσιο που μόλις σας περιέγραψα, βιώνω προσωπικά και κατανοώ τη μετάβασή μου από την προηγούμενη δουλειά μου, η οποία εστίαζε στη φαινομενολογία και τη μικροπολιτική του σώματος, τις ταυτότητες και τη συμβολική εμπειρία. Αλλωστε αυτή την πρόκληση αντιμετωπίζει η Κοινωνική Ανθρωπολογία σήμερα, μια πρόκληση που έχει να κάνει με τα όρια του τοπικού. Μετά το τέλος της αποικιοκρατίας, σε πολλές περιοχές του κόσμου όπου οι ανθρωπολόγοι κάνουν έρευνα, η «ανθρωπιστική παρουσία» συνιστά έναν νέο σημαντικό παράγοντα της κοινωνικής σκηνής: μια ετερόκλιτη και ιεραρχημένη χορεία εθελοντών, εμπειρογνωμόνων, τοπικών ελίτ, δημοσιογράφων, τεχνικών συμβούλων περί το διεθνές δίκαιο και τα ανθρώπινα δικαιώματα, διοικητικών υπαλλήλων και στρατιωτών ανασυνθέτουν και αναδιαμορφώνουν το τοπίο της τοπικότητας. Θα μπορούσαμε να περιγράψουμε αυτές τις ad hoc διεθνικές συσσωματώσεις, οι οποίες έχουν ως εμβληματικό τόπο συνάντησης τις αίθουσες υποδοχής τοπικών ακριβών ξενοδοχείων, ως εργαστήρια επέμβασης ή μετακινούμενες κυριαρχίες που λειτουργούν με βάση τη λογική του επιχειρησιακού πραγματισμού: αποτελεσματικότητα, παραγωγικότητα, επικαιρότητα, κατάλληλη στιγμή, προτεραιότητες των χορηγών. Αυτά τα νεοαναδυόμενα τοπία διαφοροποιούνται σημαντικά από την εστιασμένη και μεμονωμένη τοπικότητα και την τοπική κοινότητα της κλασικής Ανθρωπολογίας. Οι ανθρωπολόγοι αρχίζουμε μόλις να κατανοούμε τις θεωρητικές και πρακτικές συνδηλώσεις αυτού του νέου καθεστώτος επέμβασης και των τρόπων με τους οποίους αυτό αναδιαμορφώνει τα τοπικά και τα παγκόσμια συμφραζόμενα. Για να επιστρέψω λοιπόν στο ερώτημα της δικής μου επιστημολογικής μετατόπισης, θα έλεγα ότι το πολιτικό σώμα της προηγούμενης ερευνητικής μου δουλειάς ήταν ένα ενεργητικό σώμα, ενώ το πολιτικό σώμα που διακυβεύεται στο σημερινό τοπίο της ανθρωπιστικής βιομηχανίας είναι σε μεγάλο βαθμό παθητικό, και οι ιδιότητες που το ορίζουν -όπως το φύλο, η εθνική ταυτότητα και το θρησκευτικό ανήκειν- είναι κατηγορίες κυριαρχίας.

Α.Α.: Τα τελευταία χρόνια, ασχολείστε συστηματικά με το πώς τα σύγχρονα σύνορα της Αλβανίας και του μεταπολεμικού Κοσσυφοπεδίου εκτίθενται στις νέες τεχνολογίες της ανθρωπιστικής γεωπολιτικής. Σας ενδιαφέρουν ιδιαίτερα οι νέες μορφές διεθνικής κυριαρχίας και νεοαποικιακής ηγεμονίας, οι οποίες αναδύονται στο πλαίσιο των «ανθρωπιστικών επεμβάσεων» στα μετα-κομμουνιστικά Βαλκάνια, ειδικά μετά τους πολέμους στη Βοσνία (1992-1995) και στο Κόσοβο (1999) και τον «ανθρωπιστικό πόλεμο» του 1999. Θα ήθελα να σας ζητήσω να μας αναπτύξετε τις βιοπολιτικές και ηθικοπολιτικές συνδηλώσεις της τεχνικής του επείγοντος, που οργανώνει το «δικαίωμα της επέμβασης» στις σύγχρονες παγκόσμιες συνθήκες ανθρωπιστικής κυριαρχίας.

Μ.Ρ: Η έννοια του «δικαιώματος της επέμβασης» χαρακτηρίζει τη δεκαετία του 1980, αλλά εκπορεύεται από τη δεκαετία του 1960 και την αμφίλογη πολιτική διαμεσολάβησης διεθνών οργανισμών, όπως ο ΟΗΕ. Ως προϊόν της ευρωπαϊκής -κυρίως γαλλικής- ανθρωπιστικής παράδοσης, συνδέεται οργανικά με την έννοια της αποστολής της διεθνούς κοινότητας εν όψει καταστάσεων επείγουσας και έκτακτης ανάγκης: σύγκρουση, πόλεμος, λιμός, φυσική καταστροφή. Πιο πρόσφατα, εμπλουτίστηκε με μια νέα έννοια: την «ευθύνη της προστασίας», η οποία στοχεύει στην προστασία πληθυσμών από γενοκτονία, εθνοκάθαρση και άλλα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Κατά τη γνώμη μου, πρόκειται για μια καταρχήν ουτοπική ιδέα, η οποία έφτασε όμως να λειτουργεί ως προσχηματικός και νομιμοποιητικός μηχανισμός των κυριαρχικών στρατηγικών του προληπτικού πολέμου και του στρατιωτικού ανθρωπισμού. Η σύγχρονη εκδοχή του δικαιώματος της επέμβασης συναρθρώνει τη στρατιωτική με την ανθρωπιστική στρατηγική της επέμβασης, συνενώνοντας την καταρχήν ευμενή υπευθυνότητα της συνδρομής σε στιγμές κοινωνικής οδύνης με το αδιαμφισβήτητο κυριαρχικό δικαίωμα άσκησης ισχύος στο όνομα της προστασίας των παγκόσμιων πολιτών. Ετσι, η τεχνική του δικαιώματος της επέμβασης, που αναδείχτηκε σε κατεξοχήν μέθοδο εξωτερικής πολιτικής στη μετα-ψυχροπολεμική εποχή, συγκάλυψε στρατηγικά μια νέα μορφή πολέμου. Η ανθρωπιστική επέμβαση αυτοπροσδιορίζεται ως πολιτικά ουδέτερη και αμερόληπτη, ως μια δήθεν ηθική επιχείρηση ανακούφισης και προστασίας της «ανθρώπινης ζωής». Οι πολιτικοί δεσμοί ανάμεσα στη στρατιωτική και στην ανθρωπιστική όψη της επέμβασης έχουν συστηματικά συγκαλυφθεί στην επικράτεια του «δικαιώματος της επέμβασης». Αυτή η «γκρίζα ζώνη» ανάμεσα στο στρατιωτικό και το ανθρωπιστικό σηματοδοτεί έναν ανασχεδιασμό του πολιτικού πεδίου. Παίζοντας δε τον ρόλο ενός τρίτου κοινωνικού δρώντος μέσα στην οικουμενικοποιητική απολιτική ουτοπία, η γκρίζα ζώνη -στην οποία ενυπάρχει πάντοτε η δυναμική της μετεξέλιξης σε «πράσινη ζώνη»- συντηρεί έναν χώρο «ειρήνης», έναν χώρο χωρίς σύγκρουση, και κυρίως έναν χώρο βοήθειας στα θύματα της έκτακτης ανάγκης. Ας μην ξεχνάμε ότι το δικαίωμα της επέμβασης θεμελιώνεται και νομιμοποιείται διοικητικά πάντοτε από την έκτακτη συνθήκη του επείγοντος. Είτε πρόκειται για την κατάρρευση της Γιουγκοσλαβίας είτε πρόκειται για την αλλαγή καθεστώτος στο Αφγανιστάν ή στο Ιράκ, το δικαίωμα της επέμβασης στηρίζεται στην επίκληση μιας «κατάστασης εξαίρεσης». Πρόκειται, όπως ξέρουμε, για μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης που μετατρέπεται σε μια μόνιμη χρονικότητα. Ας μην ξεχνάμε ότι ύστερα από 8 χρόνια το Κόσοβο συνεχίζει να είναι no man's land. Κι αυτή η μόνιμη χρονικότητα της έκτακτης ανάγκης είναι που καθιστά δυνατή μια μόνιμη κατάσταση μετάβασης, βίας και κηδεμονίας.

Α.Α.: Επιτρέψτε μου να αναφερθώ στον τίτλο της ομιλίας σας στο συνέδριο: «Από τα συναισθήματα στα κοινωνικά πάθη: Πολιτική και βία στις σύγχρονες συνθήκες». Θα θέλατε να αναπτύξετε σύντομα αυτή τη μετατόπιση από τα συναισθήματα στα κοινωνικά πάθη; Είναι, νομίζω, χαρακτηριστική η νοηματική πολλαπλότητα που υπαινίσσεται και επιτρέπει η έννοια του πάθους: το πάθος ως συναισθηματικότητα και ενσυναίσθηση, αλλά και το πάθος ως πάθημα, οδύνη και τραυματισμός από τον άλλο, καθώς επίσης και το πάθος ως παθητικότητα, δηλαδή, απροϋπόθετη ανοιχτότητα στον άλλο. Τι φέρνει η έννοια του κοινωνικού πάθους -τόσο ως συναισθηματικότητα όσο και ως κοινωνικό τραύμα, συγχρόνως- στη θεώρηση των σύγχρονων πολιτικών συνθηκών βίας;

Μ.Ρ.: Πράγματι, προτιμώ να μιλώ σήμερα για πάθος και όχι για συναίσθημα. Πιστεύω ότι η έννοια του συναισθήματος συνεχίζει να φέρει τις συνδηλώσεις ενός βιολογικά θεμελιωμένου, εσωτερικού και υπαρξιακού εαυτού. Το κοινωνικό πάθος, από την άλλη πλευρά, συνδέεται με τη μόνιμη ιστορική και πολιτική πιθανότητα της βίας αλλά και της οδύνης. Επίσης, μέσα στο πάθος υπάρχει το πρόταγμα της πράξης, κάτι που δεν συμβαίνει με το συναίσθημα. Με ενδιαφέρει ότι η έννοια του κοινωνικού πάθους μάς δίνει τη δυνατότητα να σκεφτούμε τη σχέση ανάμεσα στον νόμο και στη βία, και μας βοηθά να εγείρουμε το ερώτημα: Υπάρχει βία μέσα στην επικράτεια του νόμου, συμπεριλαμβανομένης της δικαιικής-νομικής επικράτειας των ανθρώπινων δικαιωμάτων; Μπορούμε έτσι, μέσα από αυτή την οπτική γωνία, να ξαναδιαβάσουμε το έργο του Τζόρτζιο Αγκάμπεν, του Βάλτερ Μπένγιαμιν και της Χάνα Αρεντ. Με αυτή την έννοια, θεωρώ ότι δεν μπορούμε να στοχαστούμε για τη βία που ενυπάρχει στην ισχύ του νόμου (όπως, για παράδειγμα, στο έργο του Ζακ Ντεριντά,) χωρίς να θέσουμε την προβληματική του κοινωνικού πάθους, του πάθους που ρυθμίζει τα όρια της πόλης. Ας θυμηθούμε ότι η ελληνίστρια Nicole Loraux δείχνει στο έργο της πώς ο πένθιμος θυμός των γυναικών είναι επικίνδυνος για τη σταθερότητα της πόλης.

Α.Α.: Ως ψυχαναλύτρια και ανθρωπολόγος κατέχετε, θα έλεγα, μια προνομιακή θέση θεώρησης του κοινωνικού τραύματος και του κοινωνικού πάθους. Αναρωτιέμαι τι είδους επιστημολογικά και διεπιστημονικά σύνορα διακυβεύονται στη μελέτη της πολιτισμικής πολιτικής του κοινωνικού πάθους. Ως κοινωνικοί επιστήμονες, πώς βγάζουμε νόημα από το πάθος; Πώς μετατρέπουμε σε νόημα την κατάρρευση του νοήματος;

Μ.Ρ.: Επιστημολογικά και θεωρητικά μιλώντας, νομίζω ότι πρέπει να έχουμε περισσότερο κουράγιο, δεν μπορεί να παραμένουμε προσκολλημένοι στα μεθοδολογικά εργαλεία και στις πειθαρχικές αγκυλώσεις του παρελθόντος. Μιλούσα πρόσφατα στο Παρίσι για το τι σημαίνει να κάνεις Ανθρωπολογία σε εμπόλεμη ζώνη, σε μια περιοχή δηλαδή όπου συνυφαίνονται με τρόπο παράδοξο η ενέργεια και ο θάνατος. Ελεγα ότι νιώθεις ένα είδος αποπροσανατολισμού, μια έννοια που σημειώνω ότι χρησιμοποιείται και ως ιατρικός και ψυχολογικός όρος. Η παράλυση που νιώθεις σε συνθήκες πολέμου δεν έχει να κάνει με την εξάλειψη κάθε νοήματος ή ηθικής αξίας, αλλά, αντιθέτως, με τον πληθωρισμό νοήματος: νοήματος, όμως, που παραμένει σε μεγάλο βαθμό άρρητο και ανείπωτο. Ποια είναι λοιπόν η θέση που έχεις ως ανθρωπολόγος, ως κάποια/ος που παρατηρεί τον πόλεμο και επιχειρεί να ερμηνεύσει αυτό που είναι ανεξήγητο και ανείπωτο; Οι ανθρωπολόγοι που μελετούν την παράλληλη διπλωματία της ανθρωπιστικής βιομηχανίας έχουν τον πειρασμό να προσεγγίσουν το αντικείμενο μελέτης τους με τον τρόπο που οι επιστημολογικοί μας πρόγονοι αντιμετώπιζαν τα απομονωμένα χωριά που μελετούσαν: σαν υπολείμματα μιας καθαρής και αγνής προ-καπιταλιστικής αλληλεγγύης. Πώς, λοιπόν, οι επεμβαίνοντες ανθρωπολόγοι μελετούν την πολιτική της ανθρωπιστικής επέμβασης και πώς τοποθετούνται αναστοχαστικά σε σχέση με τη δική τους πολιτική επέμβασης; Αυτή την κατάσταση αναμέτρησης με το ανείπωτο στη ζώνη του πολέμου και της ειρηνευτικής διαδικασίας δεν την προσεγγίζω μέσα από την ψυχαναλυτική σκευή, η οποία -γενικά μιλώντας- δεν είναι πολιτική, αλλά τη βλέπω ως μια κατεξοχήν ανθρωπολογική στιγμή.





ΑΘΗΝΑ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ
(Ελευθεροτυπία )ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 11/05/2007

Σάββατο, 9 Φεβρουαρίου 2008

«Bourda Batık Trakya»












«Bourda Batık Trakya»[1]


Αριστείδης Σγατζός
περιοδικό Διάπλους τευχ. 18 , Φεβρουάριος - Μάρτιος 2007

Ακούγοντας ή διαβάζοντας κανείς για το ζήτημα της «μουσουλμανικής μειονότητας της Δυτικής Θράκης» τις περισσότερες φορές θα παρατηρήσει ότι η σχετική αναφορά σχετίζεται περισσότερο ή λιγότερο με το ζήτημα της εκπαίδευσης. Κι αυτό δεν είναι τυχαίο, σύμφωνα τουλάχιστον με τα συμπεράσματα της διδακτορικής διατριβής του γράφοντα[2]. Το μειονοτικό σχολείο για τα ίδια τα υποκείμενα, αποτελεί ένα καθοδηγητικό πλαίσιο, ένα “σύμβολο – κλειδί” (key – symbol), της μειονοτικής ταυτότητας. Το μειονοτικό σχολείο γενικά συμβολίζει μέσω μιας σχέσης μετωνυμίας που αναπτύσσεται, τη μειονότητα ως κοινότητα ενώ οι μειονοτικοί δάσκαλοι των σχολείων σε μεγάλο βαθμό γίνονται φορείς τόσο των συγκρούσεων που αναπτύσσονται στην περιοχή όσο απ’ την άλλη και της απαραίτητης συναίνεσης που απαιτείται αφού εργάζονται και κινούνται στο εσωτερικό μιας συνθήκης που καθορίζεται απ’ τον κρατικό έλεγχο.

Οι συγκρούσεις που δημιουργούνται καθημερινά στην Κομοτηνή και που σχετίζονται με το πολιτικό πρόβλημα της μειονότητας, «πρέπει» να μείνουν εκτός σχολικού χώρου. Η διαμάχη, για παράδειγμα, για την ονομασία των ιδρυμάτων της μειονότητας, οι απαγορευτικές αποφάσεις των ελληνικών δικαστηρίων, η έντονη συζήτηση που προκλήθηκε στην περιοχή για τη στάση των μειονοτικών βουλευτών στην υπόθεση Οτσαλάν, ποτέ δεν έγιναν θέμα συζήτησης στο σχολείο. Οι μειονοτικοί μάλιστα όταν έθετα κατά τη διάρκεια της έρευνας, προς συζήτηση ανάλογα ζητήματα, απέφευγαν να μπουν στη συζήτηση. Η συνηθισμένη τους απάντηση ήταν «…άστα τώρα δεν είναι να τα κουβεντιάζουμε εδώ». Συχνά έλεγαν ότι δεν επιθυμούσαν τέτοιες συζητήσεις για να «…μην χαλάσουν τα πράγματα στο σχολείο». Ανάλογη ήταν και η συμπεριφορά των πλειονοτικών εκπαιδευτικών, ιδιαίτερα των υποδιευθυντών[3]. Ο υποδιευθυντής του σχολείου δεν δίσταζε να παρέμβει και να σταματήσει συζητήσεις μεταξύ των δασκάλων όταν αντιλαμβανόταν ότι άγγιζαν θέματα τα οποία μπορεί να προκαλούσαν πολιτικές διαφωνίες που σχετίζονταν με τη μειονότητα. Στην περίπτωση του μειονοτικού σχολείου, η συναίνεση φαίνεται να είναι μια τεχνική ελέγχου, είναι γνώση των συνόρων, πειθαρχία, άρα και τρόπος άσκησης της εξουσίας, όπως επισημαίνει ο Foucault[4]. Το γεγονός αυτό δημιουργεί έντονα προβλήματα, ιδιαίτερα στους μειονοτικούς εκπαιδευτικούς, που νιώθουν να περνάνε καθημερινά μέσα από συμπληγάδες.

Ας δούμε πώς βιώνουν οι μειονοτικοί εκπαιδευτικοί αυτή την κατάσταση:

«Νιώθω παγιδευμένος. Ό,τι κάνουμε κινδυνεύουμε. Κάνεις αυτό, δυσαρεστείται η Διοίκηση, κάνεις το άλλο δυσαρεστείται η κοινωνία. Και το πρόβλημα είναι ότι δεν μπορείς να τα συνδυάσεις. Να σας πω παραδείγματα. Μας κάλεσαν για σεμινάρια στην Τουρκία. Εγώ δεν πήγα γιατί δεν θα κέρδιζα σαν δάσκαλος τίποτα. Η διοίκηση είχε απειλήσει ότι όποιος πάει θα έχει κυρώσεις. Εγώ δεν πήγα όχι γιατί μας απείλησαν. Δεν ήθελα βρε αδερφέ. Ε! Μετά είχα γκρίνια. Ήρθαν οι άλλοι, χάλια να ήταν σαν δάσκαλοι… είχαν πάει όμως στην Τουρκία.»

Από τα παραπάνω διαφαίνεται το αίσθημα της “παγίδευσης” που ένιωθε ο Μεσούτ διευθυντής μειονοτικού σχολείου. της παγίδευσης ανάμεσα στις συμπληγάδες αυτών που λειτουργούν ως θεματοφύλακες της ισχύουσας τάξης πραγμάτων κι εκείνων που επιζητούν την αλλαγή της. Η Διοίκηση απειλεί με κυρώσεις όσους αψηφούν τις εντολές της, η «κοινωνία», όπως περιγράφει ο Μεσούτ τον κοινωνικό του περίγυρο, επισείει την απαξίωση.

Ο Μεσούτ ήταν διευθυντής σε μειονοτικό σχολείο της Κομοτηνής, πλησίαζε τα 50 του χρόνια κι είχε δυο παιδιά. Είχε αυστηρό ύφος, ήταν oλιγομίλητος, γνώριζε καλά την ελληνική γλώσσα. Το ντύσιμο του ήταν συντηρητικό, οι υπόλοιποι δάσκαλοι τον χαρακτήριζαν πιστό μουσουλμάνο αλλά χωρίς διάθεση επίδειξης. Δεν δυσανασχετούσε, για παράδειγμα, αν στις εκδρομές ή σε μικρά γεύματα σε γιορτές του σχολείου οι χριστιανοί δάσκαλοι έπιναν ένα κρασάκι. Επίσης ήταν πολύ αυστηρός με τα παιδιά ιδιαίτερα με τους “μεγάλους” της έκτης της οποίας ήταν δάσκαλος. Τα παιδιά στο σχολείο αποκαλούσαν τον Μεσούτ «somurtkan», μουρτζούφλη, γιατί δεν χαμογελούσε ποτέ. Ο Μεσούτ, που ένιωθε να απειλείται κι από την Διοίκηση κι από τον κοινωνικό του περίγυρo, έκανε τα πάντα για να λειτουργεί ομαλά το σχολείο. Υπάκουε στις εντολές και δεν «έδινε αφορμές». Δεν ήταν λίγες φορές που η σχολαστικότητά του κι η ευθυνοφοβία του δυσχέραιναν την λειτουργία του σχολείου ιδιαίτερα στο διάστημα που ο υποδιευθυντής έλειπε με αναρρωτική άδεια. Σε συζήτηση με τον Μεσούτ στην οποία συμμετείχαν εκτός από εμένα κι άλλοι δάσκαλοι χριστιανοί και μουσουλμάνοι ένας από αυτούς άρχισε να διηγείται μια ιστορία για έναν αναπληρωτή μειονοτικό δάσκαλο που πήγε στον Εχίνο, ένα πομακόφωνο χωριό στο νομό Ξάνθης, και μιλούσε μόνο τουρκικά τόσο με τα παιδιά όσο και στις συναναστροφές του με τους κατοίκους του χωριού:

« …είναι και ο πρώτος γιατί μιλάει μόνο Τουρκικά. Τώρα αν είναι καλός δάσκαλος αυτό είναι άλλο θέμα. Απ’ την πρώτη μέρα τον έβαλαν εκεί πάνω.»

Κατά τη διάρκεια της συζήτησης ο Μεσούτ έδειχνε πολύ απογοητευμένος. Έμοιαζε σαν άνθρωπος που δεν βλέπει μπροστά του καμιά διέξοδο. Κουνούσε το κεφάλι του πέρα δώθε και έβγαζε ένα πόνο που δεν μπορώ να τον περιγράψω με λόγια. Το συναίσθημα που ένιωθα εκείνη τη στιγμή προσομοιάζει με ανάλογα συναισθήματα που νιώθω όταν δεν μου δίνεται το περιθώριο επιλογής. Λίγες εβδομάδες αργότερα ο ίδιος ο Μεσούτ χρησιμοποίησε μια μεταφορά που περιγράφει καλύτερα την κατάσταση. Βρισκόμασταν στο γραφείο του σχολείου και κουβεντιάζαμε για τις ιδιαιτερότητες της μειονοτικής εκπαίδευσης και τα “περίεργα” που συμβαίνουν σ’ αυτήν. Παραφράζοντας το στίχο «Εδώ είναι Βαλκάνια» του Δ. Σαββόπουλου του είπα στα τουρκικά «Bourda Batı Trakya» (Εδώ είναι Δυτική Θράκη). Αμέσως μου ανταπάντησε στα τουρκικά «Bourda Batık Trakya». Ο Μεσούτ έκανε λογοπαίγνιο μεταξύ του Batı (Δυτικός) και του Batık (λασπωμένος – βαλτωμένος).

Οι δάσκαλοι, κυρίως οι ΕΠΑΘίτες βιώνουν μια οριακή κατάσταση. Από τη μια μεριά είναι δημόσιοι υπάλληλοι, οπότε η μισθοδοσία τους και η θέση τους εξαρτώνται από τον εκπαιδευτικό μηχανισμό του ελληνικού κράτους. από την άλλη όμως ορίζουν τον εαυτό τους και χαρακτηρίζονται από τους άλλους ως μειονοτικοί. Οι μειονοτικοί δάσκαλοι λοιπόν προσπαθούν να διαχειριστούν αυτή τη κατάσταση. Καθημερινά αντιμετωπίζουν μείζονα ή ελάσσονα ζητήματα που απορρέουν από την οριακότητα την οποία βιώνουν. Οι τελικές τους επιλογές έχουν συνέπειες από τη μια ή από την άλλη πλευρά. Ακόμη κι η “ουδετερότητα” ερμηνεύεται από τη Διοίκηση ή τον άμεσο κοινωνικό τους περίγυρο ως ταύτιση με το άλλο μέρος. Για παράδειγμα, στη σύγκρουση για τα τουρκόφωνα βιβλία έκδοσης του ελληνικού Υπουργείου Παιδείας διώχθηκαν διοικητικά και ποινικά δάσκαλοι που απλά δεν έκαναν τίποτα για να αποτρέψουν την καταστροφή ή την “εξαφάνιση” των βιβλίων από τα σχολεία.

Ακόμη και σε ζητήματα όπως οι σχολικές εκδρομές παρατήρησα αυτή την επιφυλακτικότητα στην διατύπωση γνώμης από τους μειονοτικούς δασκάλους. Κι ενώ οι «χριστιανοί» έλεγαν ξεκάθαρα «ναι» ή «όχι», όταν ετίθετο το ζήτημα της εκδρομής, οι μειονοτικοί απαντούσαν με μεγάλη διστακτικότητα, με ένα «γιατί όχι» ή με ανάλογο ύφος στα τουρκικά «tamam be…».

Δεν ήταν όμως μόνο οι επιλογές σε συγκεκριμένα προβλήματα ή καταστάσεις που εξέθεταν τον δάσκαλο στην Διοίκηση ή στο άμεσο κοινωνικό του περιβάλλον. Στο κέντρο της προσοχής έμπαιναν ζητήματα που αφορούσαν με το πώς ντύνονταν, ή πως συμπεριφέρονταν εν γένει ο δάσκαλος ή ακόμη αν μιλούσε πομάκικα. Επειδή η πλειοψηφία των δασκάλων της ΕΠΑΘ[5] προέρχονται από τα ορεινά πομακόφωνα χωριά η έμπρακτη άρνηση αυτής της γλώσσας, με τη χρήση της τουρκικής, θεωρούνταν ξεκάθαρη τοποθέτηση υπέρ του ενιαίου της μειονότητας.

Οι ΕΠΑΘίτες δάσκαλοι ένιωθαν πολλές φορές εξ αιτίας της οριακότητας της θέσης τους, ότι παρ’ ότι υφίσταντο κριτική από τα πιο «ακραία» στοιχεία του κοινωνικού τους περίγυρου για την επιλογή τους να γίνουν δημόσιοι υπάλληλοι, το ελληνικό κράτος, μέσω των οργάνων του, τους θεωρούσε υπαλλήλους β’ διαλογής και ύποπτους για πράξεις που στρέφονταν εναντίον του κράτους. Για τη δεύτερη παράμετρο, αυτή της συνεχούς «υποψίας» προς τους μειονοτικούς δασκάλους από την πλευρά των στελεχών της Διοίκησης, ο Αχμέτ (βασικός πληροφορητής στην έρευνά μου) μου εξιστόρησε μια «περιπέτειά» του:

«Μαθαίνω ότι από τα φωτοτυπικά που είχαν σταλεί για τα χωριά του Κέχρου είχε περισσέψει ένα. Πάω λοιπόν το ζητώ για την Αρίσβη που δούλευα τότε. Μα, μου , μου λέει ο προϊστάμενος, θα κουράζεστε… τελικά μου το γύρισε και μου λέει ότι μερικοί βγάζουν στα φωτοτυπικά άλλα πράγματα. Κάτσε κύριε προϊστάμενε, σ’ άκουσα, άκουσε με, του λέω. Άμα θέλω να κάνω ζημιά θα περιμένω το φωτοτυπικό; Μπορείς να με ελέγχεις συνέχεια; Μπούρου - μπούρου όλη τη μέρα. Ούτε γραπτά. Μπούρου - μπούρου ότι θέλω περνάω. Τελικά μου λέει θα το κρατήσουμε εμείς. Βρεεεε! Αφού το ήθελε γι αυτόν, πήγε να βάλει άλλα μπροστά!»

Ο Αχμέτ μου έθιγε το ίδιο ουσιαστικά ζήτημα μ’ αυτό που ανέφερα παραπάνω για τον Μεσούτ. Ότι δηλαδή ένθεν και ένθεν αποκλείεται η “ατομική επιλογή”, το τυχαίο, και τα πάντα ταξινομούνται στους δυο πόλους. Αυτό που προσθέτει εδώ ο Αχμέτ είναι το ότι πολλές φορές αυτή η ταξινόμηση χρησιμοποιείται ως δικαιολογία άλλων επιλογών.

Τελικά οι δάσκαλοι της μειονότητας με τους οποίους συναναστράφηκα αναγκάζονται για να διαχειριστούν αυτήν την “οριακότητα”, να ζουν μια “διπλή” ζωή. Να είναι υπόλογοι, απ’ τη μια στη Διοίκηση, ως υπάλληλοι του κράτους, κι απ’ την άλλη, εκτός σχολείου, στον κοινωνικό τους περίγυρο. Μαθαίνουν να διαχειρίζονται ζητήματα όπου υπάρχει ή θεωρούν ότι υπάρχει κάποιο διακύβευμα συνήθως με το να προσπαθούν να μη παίρνουν θέση όταν τους βλέπουν ή τους ακούν οι «φύλακες» των συνόρων ενώ τοποθετούνται θετικά προς τη μια ή την άλλη πλευρά του ζητήματος όταν σιγουρευτούν ότι δεν κινδυνεύουν να χάσουν τίποτα. Όπως μου είπε άλλωστε κι ο Μεσούτ σε συνέχεια της συζήτησης μας στο σεμινάριο: «Δείχνουμε μια το ένα πρόσωπό μας και μια το άλλο».

Στη Δυτική Θράκη οι μειονοτικοί δάσκαλοι συγκροτούν μια κοινωνική κατηγορία μέσα στην οποία μπορεί κανείς να ανιχνεύσει χαρακτηριστικές πλευρές του μειονοτικού προβλήματος. Το ζήτημα της εκπαίδευσης έχει αναδειχθεί στο υπ’ αριθμόν ένα ζήτημα που απασχολεί τη μειονότητα κι οι δάσκαλοι θεωρούνται κατά το μάλλον ή ήττον τμήμα του προβλήματος. Οποιαδήποτε ενέργειά τους λαμβάνεται σοβαρά υπόψη και σχολιάζεται. Όταν μάλιστα είναι ομαδική αναλύεται σε δημοσιεύματα του ελληνόφωνου και του τουρκόφωνου τύπου και γίνεται θέμα συζήτησης στα καφενεία και στα γραφεία των σχολείων. Παραθέτω εδώ ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα που δείχνει το πώς αντιμετωπίζεται η μεγάλη πλειοψηφία των μειονοτικών δασκάλων, οι απόφοιτοι της ΕΠΑΘ, από μερίδα του μειονοτικού τύπου:

«Μαθαίνουμε Ελληνικά και θα μάθουμε σίγουρα. Αλλά υπάρχουν ίσες ευκαιρίες; Όχι! Χίλιες φορές, όχι! Γιατί; Διότι το σύνθημα είναι: ΕΛΛΑΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ! Το ξεχάσαμε αυτό; Σε λίγα χρόνια, άμυαλε, θα αρχίσουμε να φωνάζουμε ότι δεν ξέρουμε Τουρκικά: Με τους ΕΠΑΘΗΤΕΣ και ΛΟΙΠΑ…» [6]

Υπάρχει βέβαια κι η άλλη πλευρά. Η μεθοριακότητα επιτρέπει στους μειονοτικούς δασκάλους να παίζουν σημαντικότατο ρόλο στις υποθέσεις της μειονότητας, ιδιαίτερα σε πολιτικά ζητήματα. Πάρα πολλοί δάσκαλοι είναι υποψήφιοι στις εκλογές για την Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Τοπική Αυτοδιοίκηση, και εκλέγονται στα δημοτικά και νομαρχιακά συμβούλια.

Θα μπορούσε κανείς να πει ότι τους μειονοτικούς δασκάλους, τους διεκδικεί κάθε πλευρά αναζητώντας να τους αναδείξει σε “οργανικούς διανοούμενους”[7] από τη μια το ελληνικό κράτος κι από την άλλη τα τμήματα της μειονότητας που επιδιώκουν να ηγεμονεύσουν στο εσωτερικό της ώστε να διαπραγματευτούν με τους δικούς τους όρους απέναντι στη Διοίκηση. Από κοντά και το ίδιο το τουρκικό κράτος που προσπαθεί να επηρεάσει μέσω των δικών του μηχανισμών τους δασκάλους. Για παράδειγμα ο γιορτασμός της «Ημέρας του Τούρκου Δασκάλου» (επίσημη γιορτή στην Τουρκία στις 24 Νοεμβρίου) γίνεται στην Κομοτηνή στο χώρο του προξενείου με κάθε επισημότητα και σε αυτήν προσκαλούνται δάσκαλοι των μειονοτικών σχολείων. Η παρουσία σε αυτή την περίπτωση είναι σαφέστατο μήνυμα για την τοποθέτηση του κάθε παρευρισκόμενου εκεί και σχολιάζεται ανάλογα. Οι μειονοτικοί δάσκαλοι που πάνε στη γιορτή χαρακτηρίζονται από τους πλειονοτικούς ως «του προξενείου» και από τους υπόλοιπους μειονοτικούς που δεν προσέρχονται ως «αυτοί που πήγαν φέτος στη γιορτή». Κι οι δυο χαρακτηρισμοί φανέρωναν και σχολίαζαν τη συμμετοχή στη γιορτή ως μια κίνηση πολιτικής ένταξης. Ο χαρακτηρισμός που χρησιμοποιούσαν οι πλειονοτικοί απέδιδε στους μειονοτικούς που συμμετείχαν στη γιορτή την ιδιότητα του “ανήκειν” στο κλίμα του προξενείου, μια ιδιότητα με μόνιμα χαρακτηριστικά. Αντίθετα, ο χαρακτηρισμός που προέρχονταν από μειονοτικούς δασκάλους φανέρωνε τη δυνατότητα επιλογής στο να παρευρεθεί κάποιος τη μια χρονιά και να απέχει την άλλη. χαρακτήριζαν δηλαδή την κίνηση αυτή ως μια συγκυριακή πολιτική δήλωση.

Βιώνοντας όλες αυτές τις αντιφάσεις και τις συγκρούσεις, οι μειονοτικοί δάσκαλοι αισθάνονται ότι βρίσκονται σε μια οριακή κατάσταση. Καλούνται να υπερασπίσουν τα σύνορα που καθορίζουν την ηγεμονία στην περιοχή. Ως “οργανικοί διανοούμενοι”, οι μειονοτικοί δάσκαλοι, βρίσκονται στο επίκεντρο της διαλεκτικής μεταξύ σύγκρουσης και συναίνεσης, μια διαλεκτική που καθιστά εν τέλει λειτουργική την ηγεμονία η οποία διατηρεί τόσο την ελληνική κυριαρχία όσο και την επιρροή της Τουρκίας μια κατάσταση εν τέλει που εγκλωβίζει τη μειονότητα σε κατάσταση ομηρίας μεταξύ των δυο χωρών και των γεωπολιτικών παιχνιδιών στην περιοχή μας.

[1] Στα ελληνικά: «Εδώ είναι λασπωμένη / ελώδης / άγονη Θράκη»

[2] Σγατζός Αριστείδης, 2005 «Μαθαίνοντας τα σύνορα. Η κατασκευή της μειονοτικότητας σε ένα μειονοτικό σχολείο της Κομοτηνής» (αδημοσίευτο), Διδακτορική Διατριβή, Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και Ιστορίας, Πανεπιστήμιο Αιγαίου

[3] Στα μειονοτικά σχολείο Διευθυντής είναι μειονοτικός δάσκαλος ενώ Υποδιευθυντής πλειονοτικός. Τυπικά είναι ισότιμοι αλλά στην πράξη ο υποδιευθυντής ασκεί τον ουσιαστικό έλεγχο

[4] σελ. 9 Σολομών, Ιωσήφ 1991, «Εισαγωγή» στο Basil Bernstein, Παιδαγωγικοί κώδικες και κοινωνικός έλεγχος. Αθήνα: εκδ. Αλεξάνδρεια

[5] ΕΠΑΘ: Ειδική Παιδαγωγική Ακαδημία Θεσσαλονίκης όπου σπουδάζουν οι μειονοτικοί δάσκαλοι.

[6] İleri: φ.964, 01-02-2000

[7] Για το ρόλο των εκπαιδευτικών ως “οργανικών διανοούμενων” φορέων τόσο της τάσης αναπαραγωγής όσο και της τάσης μετασχηματισμού βλ. στο Giroux, Henry A., 1989, «Schooling as a Form of Cultural Politics: Toward a Pedagogy of and for Difference» στο Giroux, H. A., McLaren, P. (επιμ.) Critical Pedagogy, the State, and Cultural Struggle. New York: StateUniversity of New York Press.

Πέμπτη, 7 Φεβρουαρίου 2008

Ταξίδι σε μια άλλη γλώσσα



Γκαζμέντ Καπλάνι
Τα Νέα, 22/05/2007


Τώρα που ταξιδεύω αρκετά στην Ελλάδα για να παρουσιάσω το βιβλίο μου, μια από τις πιο συχνές ερωτήσεις που ακούω αφορά την ταυτότητά μου. Το ακροατήριό μου έχει καμιά φορά την περιέργεια να μάθει εάν θεωρώ τον εαυτό μου Αλβανό ή Έλληνα. Απαντώ πως με θεωρώ ένα πολιτισμικό υβρίδιο, Αλβανός και Έλληνας, Έλληνας και Αλβανός. Γεννήθηκα στην Αλβανία. Πέρασα εκεί τα παιδικά και τα εφηβικά μου χρόνια. Μετανάστευσα στην Ελλάδα πριν από δεκαέξι χρόνια. Έζησα και ζω εδώ τα πιο δημιουργικά χρόνια της ζωής μου. Μιλώ και τις δυο γλώσσες, γράφω και στις δυο γλώσσες, ονειρεύομαι και στις δυο γλώσσες. Νιώθω βέβαια πολύ πιο δεμένος με την Ελλάδα. Γιατί εδώ ζω τον περισσότερο χρόνο, εδώ είναι η δουλειά μου, οι φιλίες και τα στέκια μου, οι περισσότερες στιγμές, καλές ή κακές, της ζωής μου.

Δύσκολα ζητήματα αυτά της ταυτότητας. Ειδικά στα Βαλκάνια. Και το διαπιστώνω μερικές φορές όταν κάποιοι από το ακροατήριο, Έλληνες ή Αλβανοί, παραξενεύονται. «Πώς μπορείς να είσαι και τα δυο πράγματα μαζί;» με ρωτούν. Γιατί στα Βαλκάνια μάς έχουν μάθει ότι όποιος έχει δύο ταυτότητες είναι κάτι το μπερδεμένο. Το πολιτισμικό υβρίδιο το θεωρούμε ύποπτο, κάτι σαν μπάσταρδο, ένα είδος ταυτοτικής αναπηρίας. Δεν θα υπήρχε κανένα πρόβλημα νομίζω εάν δήλωνα Αλβανός και Κογκολέζος, αλλά το να δηλώσω Αλβανός και Έλληνας, Έλληνας και Αλβανός, δημιουργεί πρόβλημα σε κάποιους. Γιατί; Γιατί στα Βαλκάνια έχουμε συνηθίσει με ασύμβατες και φονικές ταυτότητες. Δεν μπορούν, σύμφωνα με την «ιστορική λογική», να συνυπάρχουν δύο βαλκανικές ταυτότητες μέσα στον ίδιο άνθρωπο. Βέβαια, μέχρι χθες αυτό το σχήμα λειτουργούσε μια χαρά. Σήμερα όμως που ο κόσμος μας αλλάζει- αργά, επώδυνα και με μύριες αντιφάσεις αλλά αλλάζει- το σχήμα αρχίζει και μπάζει νερά...

Ένα άλλο ερώτημα που ακούω επίσης είναι το εάν με άλλαξε η μετανάστευση. Μου το κάνουν συχνά αυτό το ερώτημα και όταν βρίσκομαι στην Αλβανία. Νομίζω ότι έχω αλλάξει πάρα πολύ, απαντώ. Και τότε βλέπω ότι μερικοί από τους συνομιλητές μου απογοητεύονται από την απάντησή μου. Ίσως θα περίμεναν να τους απαντήσω: «Όχι δεν έχω αλλάξει καθόλου. Έχω μείνει αυτός που ήμουν στο χωριό μου. Μάλιστα, στην Ελλάδα έγινα ακόμα πιο Αλβανός από όσο ήμουν στην Αλβανία». Γιατί έτσι μας έχουν μάθει στα Βαλκάνια. Όπου και αν πάει ο Βαλκάνιος μετανάστης, δεν αλλάζει. Μένει έτσι όπως ήταν στο χωριό του. Κάτι τέτοιο θεωρείται μεγάλο επίτευγμα και επιτυχία. Θεωρείται ένα είδος πιστοποιητικού της προσκόλλησής του στο ιδεώδες της πολιτισμικής καθαρότητας. Υπάρχει όμως μεγαλύτερη αποτυχία και δυστυχία για κάποιον από το να πάει κάπου αλλού και να μην αλλάξει; Θυμάμαι εκείνον τον ήρωα του Μπέρτολτ Μπρεχτ, τον κύριο Κούνερ («Ιστορίες του κυρίου Κούνερ»). Ένας γνωστός του που είχε πολλά χρόνια να δει τον κύριο Κούνερ, τον συναντά τυχαία στον δρόμο και τον χαιρετά λέγοντάς του: «Γεια σας κύριε Κούνερ. Δεν έχετε αλλάξει καθόλου!». «Α!» απάντησε ο κύριος Κούνερ και το πρόσωπό του χλώμιασε. Ήταν το χειρότερο κομπλιμέντο που μπορούσε να του κάνει κάποιος. Τζάμπα το ταξίδι. Γιατί εάν υπάρχει κάτι που κάνει τον άνθρωπο ενδιαφέροντα και δημιουργικό, είναι η ικανότητά του να αλλάξει. Ίδια με τον εαυτό τους μένουν μόνο τα κειμήλια, τα αγάλματα και οι τάφοι...

Και κάτι τελευταίο. Με ρωτούν επίσης εάν αισθάνομαι περισσότερο Αλβανός ή Έλληνας. Εξαρτάται από αυτόν που μου απευθύνει την ερώτηση. Εάν με ρωτήσει κάποιος Ελληναράς, τότε είμαι περισσότερο Αλβανός. Και εάν με ρωτήσει κάποιος Αλβαναράς, τότε είμαι περισσότερο Έλληνας...

Πρόσφατα, στην Διεθνή Έκθεση της Θεσσαλονίκης, ήμουν καλεσμένος για να συμμετέχω σε στρογγυλό τραπέζι με θέμα «Ταξίδι σε μια άλλη γλώσσα», μαζί με τους Αμπντελκαντέρ Μπεναλί και Περικλή Μονιούδη. Ο Μπεναλί γεννήθηκε στο Μαρόκο, μετανάστευσε στην Ολλανδία και γράφει στα ολλανδικά. Ο Μονιούδης γεννήθηκε από Έλληνες γονείς στην Ελβετία, ζει στο Βερολίνο, γράφει στα γερμανικά. Εγώ γεννήθηκα στην Αλβανία, ζω στην Ελλάδα και γράφω στα ελληνικά. Και οι τρεις γράφουμε σε γλώσσες που δεν ακούσαμε από τα χείλη των γονέων μας. Γλώσσες που μάθαμε εκ των υστέρων. Σε αυτές τις γλώσσες επιβιώνουμε και δημιουργούμε. Αυτές οι «ξένες» γλώσσες μας χάρισαν τη δημόσια αναγνώριση. Στο «Ημερολόγιο Συνόρων» σκοπεύω να προσεγγίσω εκτενέστερα το θέμα. Εδώ αποτυπώνω κάποιες σκόρπιες σκέψεις.

Ο καθένας «συναντά» την «άλλη» γλώσσα με τον δικό του τρόπο. Κάποιοι τη «συναντούν» ως τουρίστες, κάποιοι ως επαγγελματίες, κάποιοι άλλοι ως μέτοικοι. Η «συνάντηση» με τη μητρική γλώσσα έχει αποφασιστεί για εσένα προτού γεννηθείς. Η «συνάντηση» με την άλλη γλώσσα αποτελεί μια κατάκτηση. Μπορείς όμως ποτέ να έχεις με την άλλη γλώσσα τη σχέση της απόλυτης οικειότητας που έχεις με τη μητρική γλώσσα; Το να γράψεις σε μια «άλλη» γλώσσα δεν δηλώνει μια πράξη φυγής, μια πράξη έστω και ασυνείδητης «προδοσίας» της μητρικής γλώσσας; Ακούω συχνά την ερώτηση: «Σε ποια γλώσσα ονειρεύεσαι, ελληνικά ή αλβανικά;». Ονειρεύομαι και στις δύο γλώσσες. Γράφω και στις δύο γλώσσες. Μιλάω και στις δύο γλώσσες. Η «συνάντησή» μου με την ελληνική γλώσσα ήταν προϊόν τύχης. Είναι η συνάντηση ενός μετοίκου, ενός μετανάστη. Η συνάντηση αυτή ήταν, μάλιστα, «προϊόν» λάθος υπολογισμού. Επειδή γνώριζα άριστα τα ιταλικά, ήρθα στην Ελλάδα ως μετανάστης με την ιδέα ότι θα έφευγα έπειτα στην Ιταλία. Δεν ήξερα ούτε μία λέξη στα ελληνικά. Τελικά δεν έφυγα ποτέ. Έμεινα στην Ελλάδα. Η «συνάντησή» μου με τα ελληνικά, εκτός από θέμα τύχης, ήταν και θέμα ανάγκης: ως μετανάστης έπρεπε να επιβιώσω. Εάν δεν ξέρεις τη γλώσσα, ενώ πρέπει να επιβιώσεις, είσαι χαμένος από χέρι. Έπρεπε, επιπλέον, από μια βουβή παρουσία να γίνω συνομιλητής. Η «συνάντησή» μου με τα ελληνικά ήταν επίσης θέμα επιρροών. Για καλή μου τύχη, από τις πρώτες ημέρες της άφιξής μου στην Ελλάδα άκουγα τη μουσική του Χατζιδάκι και είχα τη δυνατότητα να περιεργάζομαι μια μεγάλη βιβλιοθήκη. «Ψηλαφούσα» συγγραφείς που είχα ακούσει στην Αλβανία αλλά δεν είχα κατορθώσει να διαβάσω: Καζαντζάκης, Καβάφης, Σεφέρης. Τώρα μου δινόταν η δυνατότητα να τους διαβάσω κατ’ ευθείαν στα ελληνικά. Κάπως έτσι άρχισε για εμένα αυτό το ταξίδι «κατάκτησης» της ελληνικής γλώσσας. Κατάκτηση σημαίνει πως διψάς αυτή την άλλη γλώσσα να την κάνεις πάση θυσία δική σου. Να τη μιλήσεις, να τη γράφεις όπως οι ντόπιοι. Ίσως καλύτερα από αυτούς. Και η δίψα αυτή δεν τελειώνει ποτέ. Γιατί ποτέ δεν σκέφτεσαι την «άλλη» γλώσσα ως δεδομένη. Ποτέ δεν ταυτίζεσαι απόλυτα μαζί της, όπως συμβαίνει με τη μητρική γλώσσα. Ποτέ δεν κτίζεις μια σχέση μονοτονίας και ρουτίνας. Κάποια στιγμή, όταν το ταξίδι στην άλλη γλώσσα αρχίζει και γίνεται παραμονή, αναρωτιέσαι: «Κατά πόσον είναι για εμένα αυτή η γλώσσα «ξένη» πλέον;». Αυτό όμως δεν εξαρτάται από εσένα. Φίλοι και εχθροί, εκούσια και ακούσια, θα φροντίσουν να σου θυμίζουν ότι αυτή η γλώσσα δεν είναι δική σου. «Ωραία τη μιλάτε τη γλώσσα μας. Χρησιμοποιείτε λεξικό όταν γράφετε;» θα σε ρωτήσουν οι ντόπιοι. «Γιατί δεν γράφεις στη γλώσσα μας;», θα σε ρωτήσουν με βλοσυρό βλέμμα οι «δικοί σου». Και εσύ τι είσαι, τελικά; Εγχώριος ή ξένος συγγραφέας;

Ο τυπικός εγχώριος δεν είσαι, γιατί αυτή η γλώσσα δεν είναι η μητρική σου. Ούτε ξένος όμως, εφ’ όσον η πραγματική πατρίδα του συγγραφέα είναι η γλώσσα στην οποία γράφει. Ούτε εγχώριος ούτε ξένος. Είσαι μάλλον παρά-ξενος (με όλες τις σημασίες της πρόθεσης «παρά»). Δεν κατοικείς στην «άλλη» γλώσσα, ούτε ως εγχώριος ούτε ως ξένος. Κατοικείς ως παράξενος. Και -από τη δική μου εμπειρία- μπορώ να πω πως κάτι τέτοιο, για τη γραφή, αποτελεί πραγματικό προνόμιο...

Τρίτη, 5 Φεβρουαρίου 2008

Ημερίδα Γλώσσα και σεξουαλικότητα.

Διοργάνωση Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και Ιστορίας, Πανεπιστήμιο Αιγαίου. Πληροφορίες ΕΔΩ

Invitation to apply for Visiting Fellowships

Linkφping and Φrebro Universities, Sweden , are the base for the �Centre of Gender Excellence - Gendering Excellence (GEXcel): Towards a European Centre of Excellence in Transnational and Transdisciplinary Studies of Changing Gender Relations, Intersectionalities and Embodiment�. With support from the Swedish Research Council, GEXcel is carrying out new research and seeks to become the foundation for a more permanent Sweden-based European Collegium for Advanced Transnational and Transdisciplinary Gender Studies.

A Visiting Fellows Programme has been organized to attract scholars at different career stages from Sweden and abroad with a variety of disciplinary backgrounds, who will carry out thematically organized, joint gender research, under the direction of one of the 6 professors in Sweden who are responsible for the programme and working in collaboration with invited senior researchers.

In 2008-09, one of the research themes is �Deconstructing the Hegemony of Men and Masculinities� directed by Jeff Hearn, Professor of Gender Studies (Critical Studies on Men), Linkφping University. Positions for doctoral and postdoctoral researchers to participate in thematic research on Deconstructing the Hegemony of Men and Masculinities are now open for competition. Postdoctoral researchers may or may not have graduated recently.

Proposals are invited from doctoral students outside Sweden for five one-month fellowships (2-3 from September 2008; 2-3 in Spring 2009).
Fellowships include salary, housing stipend and travel to Sweden.

Proposals are invited from postdoctoral scholars (priority given to applicants from Europe, including Sweden) for two fellowships of up to 6 months� duration (one from September 2008; one in Spring 2008).
Applications for periods less than 6 months are also welcome.
Fellowships include salary, housing stipend and travel to Sweden.

It is also possible for successful doctoral and postdoctoral candidates to extend their stay at Linkφping with their own funding.

Proposals must include a current CV, an abstract of the proposed project, a description (maximum: 5 pages) of the project to be undertaken during the fellowship, and a short bibliography. Applicants should explain how the work will contribute to understanding at least one of the sub-themes (body/ageing/disability; transnationalisation;
virtuality/ICTs) of the Deconstructing the Hegemony of Men and Masculinities research theme (see detailed description at:
http://www.genderexcel.org/node/101).

Doctoral Candidates must include the name and contact information for their research supervisor(s). Postdoctoral applicants must also include two samples of their work (published or unpublished) on the topic in their application.

*All proposals and supporting materials should be submitted electronically to*:

Professor Jeff Hearn, GEXcel Research Theme 2 Director (jefhe@tema.liu.se )

A committee will evaluate all applications and select those who are successful, with the approval of the GEXcel Board.

*Application Deadlines*:

March 14 2008 for Autumn 2008 (Awards Announced in May 2008)

October 14 2008 for Spring 2009 (Awards Announced in November 2008)



/Theme 2: Theme-leader: Prof. Jeff Hearn/

*Deconstructing the Hegemony of Men and Masculinities: Contradictions of
Absence*

This research program approaches empirical inquiry and theorizing on gender relations, intersectionality and embodiment through a focus on hegemony in relation to men and masculinities. The place of both force and consent of men in patriarchies is illuminated by a concept like hegemony that can assist engagement with both material and discursive gender power relations. Recent conceptual and empirical uses of hegemony, as in �hegemonic masculinity� in the analysis of masculinities, have been subject to a variety of qualified critiques over the last 10 years or more (e.g. Hearn, 1996, 2004; Howson, 2006).
Instead this program examines shifts from masculinity to men, to focus on �the hegemony of men�. It addresses the double complexity that men are both a social category formed by the gender system and collective and individual agents, often dominant agents. It examines through textual (official, media) and material (organizational, private) data how the category �men� is used i n national and transnational gender systems. These uses are both intersectional and embodied in specific ways. Dominant uses of the social category of men have often been restricted by e.g. class, ethnicity/racialization and (hetero)sexuality; these issues have been explored in e.g. postcolonial and queer theory.
Less examined is the construction of the category of men in terms of assumptions about i) age, (dis)ability, ii) nationality/national context, and iii) bodily presence. This program examines how the hegemony of men is being (re)defined in relation to 3 intersectional, embodied arenas: in terms of older age, transnationalization and virtualization. These 3 aspects and �exclusions� are problematized as the focus of this program over the 5 years of GEXcel. In each case these are arenas that can be seen as forms of absent presence (Hearn 1998), by marginalization by age/death, disconnection from nation, and disembodiment respectively. Each of these presents reinforcement s, challenges and contradictions, to hegemonic categorizations of men.

(i) The Body, Older Men and Disability project: An under-explored area is the frequent exclusion of older men, men with certain disabilities and dying men from the category of �men�. (Older) Age is a contradictory source of power and disempowerment for men. This sub-theme links with qualitative/discursive doctoral research on older men and other ongoing research.

(ii) The Men of the World project: Transnationalization problematizes taken-for-granted national and organizational contexts, and thus men in those contexts in various ways, in. One main case here is transnational businessmen in large transnational corporations, but other relevant foci are possible. This builds on Hearn�s existing project: Men, Gender Relations and Transnational Organising, Organisations and Management on:
a) gender relations and gendered management processes in the large business companies, b) men�s gendered organizational practices in 6 European countries, and differential relations of national/supranational policy to the question of �men� and men�s organising �as men�.

(iii) The Virtual Men project: Virtualization processes present sites for contestations of hegemony in terms of bodily presence/absence of men. Building on existing research, the example is the positive, negative and contradictory effects of certain uses of ICTs upon men�s, and women�s, sexual citizenships, as men act as producers and consumers of virtuality, and are being represented and representing women in virtual media.

All these structural and agentic differentiations, with and without force, may suggest multiply differentiated (trans)patriarchies that are stable and changing, fixed and flexible. Charting the particular, changing forms of these rigidities and movements of and around the taken-for-granted social category of men may be a means of interrogating the possibility of the abolition of �men� as a significant social category of power.

/References/: * Hearn, Jeff Is masculinity dead? A critical account of the concepts of masculinity and masculinities, in M. Mac an Ghaill (ed.) Understanding Masculinities: Social Relations and Cultural Arenas Open University Press, Milton Keynes, 1996, pp. 202-217 * Hearn, Jeff Theorizing men and men's theorizing: men�s discursive practices in theorizing men, Theory and Society, Vol. 27(6), 1998, pp. 781-816. * Hearn, Jeff From hegemonic masculinity to the hegemony of men, Feminist Theory, Vol. 5(1), 2004, pp. 49-72. At:
http://fty.sagepub.com/cgi/reprint/5/1/49 * Hearn, Jeff and Parkin, Wendy Gender, Sexuality and Violence in Organizations: the Unspoken Forces of Organization Violations, Sage, London, 2001. * Hearn, Jeff and Pringle, Keith European Perspectives on Men and Masculinities: National and Transnational Approaches, Palgrave Macmillan, London, 2006. * Howson, Richard Challenging Hegemonic Masculinity, Routledge, London , 2005. * Zalewski, Marysia and Palpart, Jane (eds.) (1998) The �Man� Question in International Relations, Westview Press, Oxford.

*Professors Directing Project*

* Anita Gφransson is Professor of Gender Studies with special reference to economic change and organizations. She is an economic and social historian and has done extensive work on an inter- and transdisciplinary basis. Her general research interest is how the gender order and other social hierarchies affect and interact with the formation of societies and their power orders. She has worked with extensive empirical materials and used the results in developing a theoretical approach that combines poststructural and materialist elements and stresses the analytically primary role of masculinity. Her dissertation studied the transition from the household-based to the market-based society and how the old gender order affected the transformation of society in the 19th century. She has also done work on the modern labour market, on social stratification in history and today, and on the role of kinship and other networks, as well as on gender theory. Her most recent research focuses on the Swedish power elite and how different combinations of class, gender and ethnicity affect a person�s access to power in various social fields.

* Jeff Hearn is Professor of Gender Studies, with special reference to Critical Studies on Men. He has a background in geography, urban planning, sociology, social policy and organization studies, leading onto inter- and transdisciplinary gender researches, including studies and collaborations with law, history, social psychology and medical science/gerontology. His doctoral dissertation examined social planning and social theory, with special emphasis on patriarchy theories. He has researched and published books on such areas as sexuality in workplaces, gender and oppression, children and child abuse, information society, men�s violence to women, late 19th century socio-economic change, social welfare, consumption and cultural studies, political change, management, business, European comparative studies - with a focus on empirical inquiry and intersectional theorizing.

* Anna G. Jσnasdσttir is Professor of Gender Studies. Her background is in political science, sociology, economic history and psychology with social and political theory as the main field of interest. Her doctoral dissertation developed a novel approach to feminist theory of patriarchy in which she sketches three distinct but related theories: an alternative way of using historical materialism for feminist aims; a historically specific explanatory theory of contemporary patriarchy in Western societies; and a theory of gendered interests which establishes a theoretical space that allows for both common concerns and different needs and preferences. Patriarchy is theorized in terms of how love as sociosexual practices is politically organized and love power exploited.
Later she has elaborated further some of the main arguments of her thesis and she has published books and articles on ongoing international feminist theory debates, governance and gender equality politics in Sweden, and feminist theory and research in Nordic countries.

* Nina Lykke is Professor of Gender Studies with special reference to Gender and Culture. From a background within literary theory and cultural studies, she has devoted her academic career to the field of
inter- and transdisciplinary gender research. This has led her to an outspoken interest in feminist theory and epistemologies. Her doctoral dissertation developed a new feminist-marxist-psychoanalytical conceptual framework for analysis of embodied subjectivities and sexualities, based on literary material. In recent years, she has researched and published books and articles on feminist cultural studies of technoscience and studied relationships of sex/gender, bodies, nature, animals, science and technologies in a transnational and cultural perspective. Another current research focus is theorizing of diversity and difference in gender studies through genealogical explorations of conceptualizations of intersectionality and their reflections in feminist theorizing.

* Christine Roman is Professor of Sociology. A main area of research is continuity and change in gender relations in work and family. Her doctoral dissertation, which examines gendering processes in the so-called new economy, addresses questions concerning relations between working life and family life, as well as intersections between class and gender. She has conducted several studies within this research field, including in-depth studies of negotiations between heterosexual couples, studies of the interplay between the social sciences and family policy, and studies on feminist theory on intimate relations. Another of her research interests is social movements, with a focus on how redistribution and recognition claims are balanced, both vis-ΰ-vis the state and vis-ΰ-vis groups within movements, i.e. how major social divisions such as gender, sexuality, disability, and ethnicity intersect in claims for social justice.

* Barbro Wijma is Professor of Gender and Medicine, a medical doctor with gynaecology as her area of specialization, and a psychotherapist.
Her thesis 1982 approached �Fear of childbirth in pregnant women� from a quantitative and a qualitative approach, and was at that time pioneering. Combining feminist perspectives on sex/gender with her medical expertise has led her to explore interdisciplinary ways of bridging the gap between natural science approaches (with focus on biology and quantitative methodology, e.g. epidemiology) with ethical, philosophical and sociological ones. Her research includes studies of women�s and men�s experiences of violence and violations in various context e.g. partner relationships and in health care, and based on a combination of qualitative and quantitative methods, and on theories from ethics and sociology. Another field of interest is empowerment of women vis-ΰ-vis gynaecological examinations and methods of teaching medical students how to do gynaecological examinations in a caring, sensitive and empathic way. To take control over the body, in particular in relation to sexual practices, is a related research area. Among others she leads a project about young women who feel pain during intercourse, reflected as an effect of dominating attitudes to sex and gender relations.

*International Advisory Board*

Elzbieta Olesky, Prof., Centre for Women�s Studies, University of Lodz, Poland

Raewyn Connell, Prof., University of Sydney, Australia

Rosi Braidotti, Prof., Netherlands Research School of Women�s Studies, University of Utrecht, Netherlands

Karan Barad, Prof., Feminist Studies, University of California, Santa Cruz, USA

Kathleen B. Jones, Emerita Prof., Women�'s Studies, San Diego State University,San Diego, USA

Birte Siim, Prof., Gender Studies, Aalborg University, Denmark

Leonore Davidoff, Emerita Prof., Sociology, University of Essex, UK

Berit Schei, Professor of Women�s Medicine, The Technical University of Norway, Norway